Η χαρά για την Ανάσταση του Κυρίου

(από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς

 
Τό «Χριστός Ανέστη» δονεί τήν ατμόσφαιρα τής Εκκλησίας απ' άκρου εις άκρον τήν Πασχαλινή περίοδο, αλλά καί κάθε άλλη περίοδο τού χρόνου, αφού στήν ορθόδοξη Εκκλησία δέν υπάρχει μεγαλύτερη εορτή από τήν Ανάσταση τού Κυρίου. Η Ανάσταση αποτελεί τό επιστέγασμα όλων τών άλλων εορτών, γιατί μέ αυτήν νικήθηκε ο «έσχατος εχθρός» τού ανθρώπου, ο θάνατος. Μέ τήν Ανάστασή Του ο Κύριος έδειξε ότι προοπτική τού ανθρώπου είναι η ζωή« ότι ο θάνατος είναι μέρος αυτής, αφού φάνηκε «η ζωή εν τάφ ω». « Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν καί περισσόν έχωσιν (οι άνθρωποι) είπε ο Ιδιος, κατά συνέπεια η Ανάστασή Του σηματοδοτεί καί τήν ανάσταση τού λογικού πλάσματός Του. Ωστε «θάνατος ουκέτι κυριεύει«» «τής ζωής γάρ ηξιώθημεν εν Χριστ ώ Ιησού». «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Αδου τήν καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, τής αιωνίου, απαρχήν». Ο,τι πιό φυσικό λοιπόν νά πανηγυρίζουμε καί νά διατρανώνουμε τή χαρά μας μπροστά στό μοναδικό αυτό καί εκπληκτικό γεγονός, τό οποίο ανέτρεψε στήν κυριολεξία όλα τά δεδομένα καί όλες τίς σταθερές τής ιστορικής πραγματικότητας!
Τί σημαίνει όμως πανηγύρι καί διατράνωση τής χαράς; Μήπως βεγγαλικά καί βαρελότα καί αυτοσχέδιες βόμβες, μέ τά οποία θρηνούμε κάθε χρόνο ένα σωρό θύματα καί τά οποία προκαλούν τήν αγανάκτηση κάθε ορθοφρονούντος Χριστιανού; Μήπως τραγούδια στή διαπασών λαϊκά, ελαφρολαϊκά, ντίσκο, χέβι-μέταλ ή ρέϊβ, μέ τά οποία «τρυπιέται» τό μυαλό καί εύχεται κανείς νά βρισκόταν ολομόναχος στά όρη καί στά βουνά; Η μήπως τό πανηγύρι τής Ανάστασης εκφράζεται κυρίως μέ τό ψήσιμο τού οβελία, τού κοκορετσιού καί τών λοιπών εδεσμάτων, μέ τά οποία θά γεμίσει μέχρις εσχάτης πλήρωσης τό στομάχι του ο πιστός, γιά νά βρεί ανακούφιση έπειτα στήν κατάποση δεκάδων γκαζοζών ή καί μερικές φορές στήν καταφυγή στά νοσοκομεία;
Ασφαλώς καί όχι! Τέτοιες αντιδράσεις γιά τό πανηγύρι τής Ανάστασης πόρρω απέχουν από τό κατά Χριστόν εκκλησιαστικό ήθος καί τό μόνο πού φανερώνουν είναι ότι ο πιστός είναι τελικώς άπιστος καί ίσως καί άθεος. Η μάλλον είναι πιστός, αλλά στήν ειδωλολατρία τής αρχαίας εποχής, στήν οποία υπήρχαν ανάλογες εκδηλώσεις θορύβου καί φαγοπότι μέ τίς διάφορες εορτές τού Διονύσου. Πράγματι! Τό γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα τού ορθοδόξου χριστιανικού λαού συμμετέχει στήν Ανάσταση μέ τό νά παραμένει μόνο στήν τελετή τής δωδεκάτης νυχτερινής, γιά ν' ακούσει τό «Χριστός Ανέστη», νά διαδηλώνει τήν υποτιθέμενη χαρά του μέ τά θορυβώδη βαρελότα - άν βγεί καί κανένα μάτι ή τραυματιστεί κανείς, ακόμη καλίτερα! - καί νά κάνει έπειτα μεταβολή γιά νά επιπέσει στή μαγειρίτσα καί τά λοιπά τού πασχαλινού τραπεζιού, τί άλλο δείχνει παρά τήν απουσία τού Χριστού καί τής δύναμης τής Αναστάσεώς Του από τή ζωή τών «Χριστιανών» αυτών! Τό λέει μάλιστα καί ο ψαλμικός στίχος τής αναστάσιμης ώρας: « Αναστήτω ο Θεός καί διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού καί φυγέτωσαν από προσώπου Αυτού οι μισούντες Αυτόν!» Καί ώ, τού θαύματος! Πραγματοποιείται επακριβώς τό λεχθέν: Διασκορπίζονται οι εχθροί τού Χριστού (κρατώντας μάλιστα καί αναμμένες αναστάσιμες λαμπάδες!) καί φεύγουν από μπροστά Του όσοι Τόν μισούν! Τέτοια άμεση εκπλήρωση αγιογραφικού λόγου πουθενά αλλού δέν απαντάται. Καί δυστυχώς, η τραγική αυτή κατάσταση δέν επισημαίνεται μόνο στίς πόλεις. Θά 'λεγε κανείς ότι κυρίως απαντάται στίς επαρχίες καί τά χωριά. Εκεί κατ εξοχήν βρίσκεται κανείς σέ πολεμική ατμόσφαιρα. Εκεί πλήθος «ευγενικών» πιστών ετοιμάζεται όλη τή χρονιά νά πανηγυρίσει τό Πάσχα μέ βόμβες καί μέ ρουκέτες. Εκεί ο σκοπός τής Ανάστασης εξαντλείται στό ποιός θά καταφέρει τά μεγαλύτερα πλήγματα κατά τής Εκκλησίας τού αντίπαλου χωριού καί θά σπείρει περισσότερο τόν πανικό καί τήν καταστροφή.
Πού είναι εκείνοι άραγε πού ισχυρίζονται ότι η ελληνική ύπαιθρος κρατάει τήν παράδοση τής ορθοδοξίας; Ποιά σχέση μπορεί νά έχει τό Πάσχα τών Ελλήνων μέ τά εκφυλιστικά φαινόμενα, πού διαπιστώνουμε κάθε χρόνο τέτοια εποχή; Τί άλλο είναι οι αναφορές περί τών ιδανικών συνθηκών εορτασμού τού Πάσχα στήν επαρχία -τουλάχιστον σέ πολλά μέρη τής επαρχίας - παρά ρομαντικές εκφράσεις εξιδανικευμένης παρελθοντικής εποχής; Δυστυχώς, αγριέψαμε ως άνθρωποι. Καί τήν αγριότητα τής καρδιάς μας τήν αποκαλύπτουμε ακόμη καί στά εκκλησιαστικά γεγονότα. Ακόμη καί στίς εορτές τής Εκκλησίας μας! Τί σημαίνει λοιπόν πανηγύρι αναστάσιμο καί χαρά πασχαλινή; Πώς γνήσια καί αληθινά ο Χριστιανός, πού έχει επίγνωση τής παρουσίας τού Χριστού στή ζωή του, διαδηλώνει τή χαρά του; Μά όπως μάς καλεί η Εκκλησία καί γιά τήν περίοδο αυτή καί γιά όλο τό χρόνο.
«Αναστάσεως ημέρα - μάς λέει συνεχώς - καί λαμπρυνθώμεν τFή πανηγύρει καί αλλήλους περιπτυξώμεθα. Είπωμεν, αδελφοί, καί τοίς μισούσιν ημάς« συγχωρήσωμεν πάντα τή Αναστάσει, καί ούτω βοήσωμεν« Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, καί τοίς εν τοίς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».
Ηλθε η Ανάσταση καί άς γίνουμε λαμπροί καί φωτεινοί από τό πανηγύρι καί άς αγκαλιαστούμε μεταξύ μας. Ας πούμε «αδέλφια» καί σ' αυτούς πού μάς μισούν« άς συγχωρήσουμε τούς πάντες εξ αιτίας τής Ανάστασης καί έτσι άς φωνάξουμε δυνατά: Ο Χριστός αναστήθηκε από τούς νεκρούς, αφού πάτησε τό θάνατο μέ τό θάνατό Του καί χάρισε ζωή σ' αυτούς πού είναι μέσα στά μνήματα!
Ανάσταση σημαίνει αγάπη καί συγχώρηση. Αυτό ζεί ο Χριστιανός πάντοτε καί γι' αυτό διαρκώς ζεί - πρέπει νά ζεί - τήν αναστάσιμη χαρά. Κάθε άλλη εκδήλωση, πού δέν αποτελεί έκφραση τής αγάπης, είναι εκτροπή καί ντροπή! 
 
 


Η Ανάσταση του Χριστού είναι το μεγαλύτερο γεγονός μέσα στην ιστορία. Είναι αυτό που διαφοροποιεί τον Χριστιανισμό από οποιαδήποτε άλλη θρησκεία. Οι άλλες θρησκείες έχουν αρχηγούς θνητούς, ενώ Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο αναστημένος Χριστός. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η ανανέωση της ανθρωπίνης φύσεως, η ανάπλαση του ανθρωπίνου γένους, η βίωση της εσχατολογικής πραγματικότητος. Όταν μιλούμε για την Ανάσταση δεν την ξεχωρίζουμε από τον Σταυρό, αφού Σταυρός και Ανάσταση είναι οι δύο πόλοι του λυτρωτικού βιώματος, όπως προσευχόμαστε στην Εκκλησία, "διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω. Δια παντός ευλογούντες τον Κύριον υμνούμεν την ανάστασιν αυτού", ή όπως ψάλλουμε, "τόν Σταυρόν σου προσκυνούμεν, Δέσποτα, και την αγίαν Σου Ανάστασιν δοξάζομεν".
Στην Εκκλησία κάνουμε διαρκώς λόγο για την Ανάσταση του Χριστού που έχει μεγάλη σημασία για την ζωή του πιστού. Δεν πιστεύουμε σε κοινωνικές επαναστάσεις, αφού το μεγαλύτερο καλό στην Οικουμένη προήλθε από την Ανάσταση και όχι από κάποια ανθρώπινη κοινωνική επανάσταση. Κι αν συσχετίσουμε την Ανάσταση με την αληθινή επανάσταση, τότε βρισκόμαστε στην αλήθεια, από την άποψη ότι δια της Αναστάσεως του Χριστού ο άνθρωπος επανήλθε στην αρχική του θέση και ανέβηκε ακόμη ψηλότερα. Η λέξη επανάσταση προέρχεται από το ρήμα επανίστημι, που σημαίνει επανέρχομαι στην προηγούμενη θέση. Αυτή η επανόρθωση, η αποκατάσταση του ανθρώπου έγινε με την Ανάσταση του Χριστού.
Ο Απόστολος Παύλος σαφώς διακηρύσσει: "Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών" (Α' Κορ. ιε', 17). Η αληθινότητα και η δυναμικότητα της πίστεως οφείλεται στο λαμπρό γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού. Χωρίς αυτήν οι Χριστιανοί είναι "ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων" (Α' Κορ. ιε', 19).

α'

Η Ανάσταση του Χριστού εορτάζεται από την Εκκλησία από την στιγμή της καταβάσεώς Του στον Άδη, όπου ελευθέρωσε τις ψυχές των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης από το κράτος του θανάτου και του διαβόλου. Έτσι την πανηγυρίζει η Εκκλησία μας. Στα λειτουργικά κείμενα φαίνεται καθαρά ότι ο πανηγυρισμός της Αναστάσεως αρχίζει από την Μ. Παρασκευή, όπως το βλέπουμε στην ακολουθία του όρθρου του Μ. Σαββάτου, όπου γίνεται και η περιφορά του Επιταφίου. Και οι ομιλίες των Πατέρων κατά την Μ. Παρασκευή στην πραγματικότητα είναι αναστάσιμες και νικητήριες.
Αυτό φαίνεται και από την ιερή αγιογραφία της Αναστάσεως. Η Εκκλησία καθόρισε να θεωρήται ως πραγματική εικόνα της Αναστάσεως του Χριστού η κάθοδός Του στον Άδη. Βέβαια, υπάρχουν και εικόνες της Αναστάσεως που περιγράφουν την εμφάνιση του Χριστού στις Μυροφόρες και τους Μαθητάς, αλλά η κατ' εξοχήν εικόνα της Αναστάσεως είναι η συντριβή του θανάτου, που έγινε με την κάθοδο του Χριστού στον Άδη, όταν η ψυχή μαζί με την θεότητα κατήλθε στον Άδη και ελευθέρωσε τις ψυχές των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης, που τον περίμεναν ως Λυτρωτή.
Η εικονογράφηση της Αναστάσεως με την κάθοδο του Χριστού στον Άδη γίνεται για πολλούς και σοβαρούς θεολογικούς λόγους. Πρώτον, γιατί κανείς δεν είδε τον Χριστό την ώρα που αναστήθηκε, αφού εξήλθε από τον τάφο "εσφραγισμένου του μνήματος". Ο σεισμός που έγινε και η κάθοδος του αγγέλου που σήκωσε την πλάκα του τάφου, έγινε για να βεβαιωθούν οι Μυροφόρες γυναίκες ότι αναστήθηκε ο Χριστός. Δεύτερον, γιατί, όταν η ψυχή του Χριστού ενωμένη με την θεότητα κατήλθε στον Άδη, συνέτριψε το κράτος του θανάτου και του διαβόλου, αφού με τον δικό Του θάνατο νίκησε τον θάνατο. Φαίνεται καθαρά στην Ορθόδοξη Παράδοση, ότι με τον θάνατο του Χριστού καταργήθηκε ολοκληρωτικά το κράτος του θανάτου. Άλλωστε, ψάλλουμε στην Εκκλησία: "Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας...". Η θριαμβευτική νίκη Του εναντίον του θανάτου έγινε ακριβώς την ώρα που η ψυχή του Χριστού ενωμένη με την θεότητα κατήργησε τον θάνατο. Τρίτον, ο Χριστός με την κάθοδό Του στον Άδη ελευθέρωσε τον Αδάμ και την Εύα από τον θάνατο. Έτσι, όπως δια του Αδάμ προήλθε η πτώση ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους, αφού αυτός είναι ο γενάρχης μας, έτσι δια της αναστάσεως του Αδάμ γευόμαστε τους καρπούς της αναστάσεως και της σωτηρίας. Λόγω της ενότητος της ανθρωπίνης φύσεως ό,τι έγινε στον προπάτορα έγινε σε όλη την ανθρώπινη φύση.
Γι' αυτούς τους λόγους η χαρακτηριστικότερη εικόνα της Αναστάσεως του Χριστού θεωρείται η κάθοδός Του στον Άδη, αφού, άλλωστε, όπως θα δούμε και στα επόμενα, η ουσία της εορτής της Αναστάσεως είναι η νέκρωση του θανάτου και η κατάργηση του διαβόλου: "Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν", ψάλλουμε στην Εκκλησία. Η καθαίρεση του Άδου και η νέκρωση του θανάτου είναι το βαθύτερο νόημα της αναστασίμου εορτής.

Στ΄

Η ημέρα του Μ. Σαββάτου, όταν η ψυχή του Χριστού με την θεότητα βρισκόταν στον Άδη και το σώμα μαζί με την θεότητα βρισκόταν στον τάφο, οπότε νικήθηκε το κράτος του διαβόλου και του θανάτου, θεωρείται μεγάλη ημέρα από την Ορθόδοξη Εκκλησία, αφού συνδέεται με την ημέρα της Κυριακής.
Στα λειτουργικά κείμενα συσχετίζεται η εβδόμη ημέρα της δημιουργίας, κατά την οποία ο Θεός μετά την δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου "κατέπαυσε από πάντων των έργων αυτού", με την ημέρα του Μ. Σαββάτου, κατά την οποία κατέπαυσε και ο Χριστός από όλα εκείνα που έκανε για την σωτηρία του ανθρώπου. Γι' αυτό, όπως ψάλλουμε, "τούτο γαρ εστι το ευλογημένον Σάββατον".
Στο βιβλίο της Γενέσεως βλέπουμε ότι, αφού ο Θεός δημιούργησε όλον τον κόσμο και τον άνθρωπο σε έξι ημέρες, κατά την εβδόμη ημέρα αναπαύθηκε από τα έργα που έκανε. Γράφει ο Μωϋσής: "Και ευλόγησεν ο Θεός την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν, ότι εν αυτή κατέπαυσεν από πάντων των έργων αυτού, ών ήρξατο ο Θεός ποιήσαι" (Γεν. β', 3).
Γι' αυτόν τον λόγο ο Μωϋσής καθόρισε, ώστε την εβδόμη ημέρα, το Σάββατο, που ερμηνεύεται ανάπαυση, να αναπαύωνται οι Ιουδαίοι και να αφιερώνεται η ημέρα στην λατρεία και την προσευχή. Η εντολή ήταν σαφής: "Και η ημέρα η πρώτη κληθήσεται αγία, και η ημέρα η εβδόμη κλητή αγία έσται υμίν, πάν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε εν αυταίς, πλην όσα ποιηθήσεται πάση ψυχή, τούτο μόνον ποιηθήσεται υμίν" (Εξ. ιβ' 16).
Υπάρχει ερμηνεία κατά την οποία η εντολή της αργίας του Σαββάτου δόθηκε από τον Θεό κυρίως και προπαντός για την ανάπλαση και ανακαίνιση του ανθρώπου που θα γινόταν με την θυσία και τον θάνατο του Χριστού στον Σταυρό, με την κάθοδο του Χριστού στον Άδη και την κατάργηση της αμαρτίας και του θανάτου. (Ιωσήφ Καλοθέτης). Βέβαια, πρέπει να τονισθή ότι η αρχή της αναπλάσεως και ανακαινίσεως έγινε την ημέρα του Μ. Σαββάτου, αλλά η φανερά και αισθητή αρχή της παλιγγενεσίας έγινε την ημέρα της Κυριακής, όταν ο Χριστός αναστήθηκε αισθητώς από τον τάφο (άγ. Νικόδημος αγιορείτης). Γι' αυτό και εμείς, καίτοι τιμούμε το Σάββατο, εν τούτοις τιμούμε περισσότερο την Κυριακή, που την θεωρούμε κυρίως ημέρα αναπλάσεως και αναδημιουργίας. Σεβόμαστε, πάντως και το Σάββατο, κατά τον λόγο του αγίου Γερμανού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως: "Σεβαστέον ουν τούτο το Σάββατον, ως ημέραν της καθ' ημάς αναπλάσεως".
Ο σαββατισμός στην ορθόδοξη Παράδοση έχει και μια άλλη σημασία. Στην ουσία συνιστά την κατάπαυση του ανθρώπου, τον ησυχασμό, την λεγομένη ιερά ησυχία με όλο το περιεχόμενό της. Ο Απόστολος Παύλος, αφού αναφέρει ότι ο σαββατισμός είναι απαραίτητος για τον λαό του Θεού, συνιστά: "Σπουδάσωμεν ουν εισελθείν εις εκείνην την κατάπαυσιν" (Εβρ. δ', 11). Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα πη ότι όταν ο άνθρωπος απομακρύνη κάθε λογισμό από τον νού και όταν με επιμονή και αδιάλειπτη προσευχή ο νούς επιστρέψη μέσα στην καρδιά, τότε εισέρχεται στην θεία κατάπαυση, δηλαδή στην θεοπτία, στην θεωρία του Θεού.
Αυτή η κατάπαυση, αυτός ο ησυχασμός δεν είναι αδράνεια, αλλά μεγάλη κίνηση. Όπως ο Θεός, καίτοι κατέπαυσε την εβδόμη ημέρα, εν τούτοις όμως εξακολουθούσε να διευθύνη τον κόσμο με την άκτιστη ενέργειά Του, έτσι και ο άνθρωπος, όταν βρίσκεται σε κατάσταση πνευματικής θεωρίας, κάνει το μεγαλύτερο έργο, ενώνεται με τον Θεό και στην συνέχεια αγαπά ό,τι αγαπά και ο Θεός. Γι' αυτό μπορούμε να πούμε ότι είναι δυνατόν να ζήση κανείς την Ανάσταση του Χριστού μέσα από την δική του κατάπαυση, δηλαδή μέσα από τον δικό του ησυχαστικό τρόπο ζωής. Όσο κανείς εισέρχεται στον θείο σαββατισμό, στην θεία κατάπαυση τόσο και βιώνει την ανάσταση. Η ευχή "καλή ανάσταση" πρέπει να συνοδεύεται και να ακολουθή από την ευχή "καλή κατάπαυση".

ζ'

Κάποτε ο Χριστός αναφέρθηκε παραβολικά στην εκ νεκρών τριήμερη Ανάστασή Του, όταν είπε: "λύσατε τον ναόν τούτον, και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν". Οι Ιουδαίοι νόμιζαν ότι μιλούσε για τον ναό του Σολομώντος, που έκανε σαράντα έξι χρόνια για να κτισθή. Όμως, "εκείνος έλεγε περί του ναού του σώματος αυτού". Μάλιστα, ακόμη και οι ίδιοι οι Μαθητές το κατάλαβαν ύστερα από την ανάστασή Του (Ιω. β', 19-22).
Και άλλες φορές ο Χριστός μιλούσε καθαρά για την τριήμερη ανάστασή Του: "Και ήρξατο διδάσκειν αυτούς ότι δει τον Υιόν του ανθρώπου πολλά παθείν, και αποδοκιμασθήναι από των πρεσβυτέρων και των αρχιερέων και των γραμματέων, και αποκτανθήναι, και μετά τρεις ημέρας αναστήναι" (Μάρκ. η', 31). Τόσο πολύ είχε διαδοθή αυτή η διδασκαλία, ώστε οι ευρισκόμενοι κατά την σταυρική θυσία στον Γολγοθά τον βλασφημούσαν λέγοντας: "ο καταλύων τον ναόν και εν τρισίν ημέραις οικοδομών, σώσον σεαυτόν" (Ματθ. κζ', 40). Επίσης, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι ζήτησαν από τον Πιλάτο να σφραγίση τον τάφο, γιατί θυμήθηκαν ότι ο Χριστός όσο ζούσε είπε: "μετά τρεις ημέρας εγείρομαι" (Ματθ. κζ', 63).
Όλοι λέμε ότι ο Χριστός αναστήθηκε από τον τάφο μετά από τρεις ημέρες. Μιλώντας, βέβαια, για Ανάσταση δεν εννοούμε ότι πέθανε η θεότητα, αλλά ότι η ψυχή, που χωρίστηκε από το σώμα, χωρίς να χωρισθή η θεότητα, επανήλθε πάλι στο σώμα, και έτσι αναστήθηκε από τον τάφο. Δημιουργείται όμως ένα πρόβλημα σχετικά με τις τρεις ημέρες. Από πότε υπολογίζονται και πώς προσμετρώνται, αφού γνωρίζουμε ότι ο Χριστός πέθανε την τρίτη απογευματινή της Μ. Παρασκευής και αναστήθηκε τις πρωϊνές ώρες της Κυριακής.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ερμηνεύει ότι πραγματικά έχουμε τρεις νύκτες και τρεις ημέρες κατά τις οποίες ο Χριστός βρισκόταν στον τάφο. Ερμηνεύοντας τα περιστατικά της σταυρώσεως λέγει ότι κατά την Παλαιά Διαθήκη ο Θεός κάλεσε το σκοτάδι νύκτα και το φως ημέρα. Έτσι, λοιπόν, το σκοτάδι που έγινε κατά τον καιρό της σταυρώσεως, από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι τις τρεις το μεσημέρι, είναι νύκτα, αφού δεν σκοτίστηκε ο ήλιος από κάποιο σύννεφο που κάλυψε την ηλιακή ακτίνα. Έτσι περιέπεσε σκοτάδι σε ολόκληρη την γή, αφού εξέλειπε η φωτιστική ενέργεια που πηγάζει από το ηλιακό σώμα. Από τις τρεις η ώρα μέχρι την κανονική δύση της Παρασκευής έχουμε ημέρα. Οπότε συμπληρώθηκε η πρώτη νύκτα και ημέρα. Στην συνέχεια έχουμε την νύκτα της Παρασκευής και την ημέρα του Σαββάτου, που υπολογίζεται ως δεύτερη νύκτα και ημέρα. Και τέλος η νύκτα του Σαββάτου και η αρχή, τα ξημερώματα της Κυριακής, οπότε αναστήθηκε ο Χριστός, απαρτίζουν την τρίτη νύκτα και ημέρα.
Ο άγιος ιερομάρτυς Αναστάσιος ο Σιναΐτης δίνει μια άλλη ερμηνεία, που κινείται περίπου στα ίδια πλαίσια. Λέγει ότι κατά την Παλαιά Διαθήκη η ημέρα αριθμείται αφού συνυπολογισθή και η εσπέρα. Στο βιβλίο της Γενέσεως λέγεται: "Και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωΐ ημέρα μία" (Γεν. α', 5). Επίσης, από το μέρος υπολογίζεται και το όλο.
Επομένως, κατά τον άγιο Αναστάσιο, η ώρα που πέθανε ο Χριστός, ως τμήμα της ημέρας της Παρασκευής, που άρχισε από την Πέμπτη το απόγευμα, εντάσσεται στην πρώτη ημέρα. Το βράδυ της Παρασκευής και η ημέρα του Σαββάτου υπολογίζεται ως δεύτερη ημέρα, και το βράδυ του Σαββάτου μέχρι τα ξημερώματα της Κυριακής όταν αναστήθηκε ο Χριστός, επειδή αποτελείται και από τμήμα της ημέρας της Κυριακής, θεωρείται ως τρίτη ημέρα.
Προσωπικά πιστεύω ότι η ερμηνεία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού θεωρείται πιο ευπρόσδεκτη, χωρίς να αποκλείεται και η ερμηνεία του αγίου Αναστασίου. Πάντως, ο Χριστός παρέμεινε τρεις ημέρες και τρεις νύκτες στον τάφο.
Είναι σημαντικός και ο λόγος για τον οποίο ο Χριστός αναστήθηκε μετά από τρεις ημέρες και όχι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Θα μπορούσε, δηλαδή, ο Χριστός να αναστηθή αμέσως μετά τον θάνατό Του στον Σταυρό, αλλά αναστήθηκε τριήμερος για να πιστοποιηθή το μυστήριο του θανάτου, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να αμφισβητηθή. Δεν παρέμεινε περισσότερο χρόνο για να μη συκοφαντηθή το μυστήριο της αναστάσεως στο διάμεσο χρονικό διάστημα. Γιατί, όσο αργούσε τόσο και θα δημιουργούσε προβλήματα και ερωτήματα στους Ιουδαίους και τους Μαθητάς (Μακάριος Χρυσοκέφαλος). Γι' αυτό, το διάστημα των τριών ημερών ήταν το πιο κατάλληλο για να μην αμφισβητηθή το μυστήριο του θανάτου, ούτε και να κατηγορηθή το μυστήριο της Αναστάσεως του Χριστού.

ιγ'

Στα τροπάρια της Εκκλησίας αναφέρεται ότι ο άγγελος Κυρίου μετέφερε στην Παναγία το μήνυμα ότι αναστήθηκε ο Χριστός. "Ο άγγελος εβόα τη Κεχαριτωμένη αγνή Παρθένε Χαίρε και πάλιν ερώ χαίρε, ο σός Υιός ανέστη τριήμερος εκ τάφου".
Βέβαια, μέσα στα Ευαγγέλια δεν αναφέρεται ρητώς ότι η Παναγία είδε τον Αναστάντα Χριστό. Υπάρχουν όμως φράσεις που αναφέρονται στην "άλλη Μαρία". Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος γράφει: "Οψέ δε Σαββάτων, τη επιφωσκούση εις μίαν σαββάτων, ήλθε Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία θεωρήσαι τον τάφον" (Ματθ. κη', 1). Επίσης, αλλού γίνεται λόγος για την "Μαρία Ιακώβου" (Λουκ. κδ', 10). Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ερμηνεύοντας αυτές τις περιπτώσεις, λέγει ότι πρόκειται για την Παναγία, που ήλθε πρώτη στο μνημείο, και κατ' αρχάς μεν έμαθε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ ότι αναστήθηκε ο υιός της, έπειτα δε τον είδε, και αυτή μόνη αξιώθηκε να πιάση με τα χέρια της τα πόδια Του.
Όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος, ήταν σωστό και δίκαιο πρώτη η Παναγία να πληροφορηθή το ευαγγέλιο της Αναστάσεως και να δη αυτή πρώτη τον Αναστάντα Χριστό. Αυτό, βέβαια, συνδέεται και με το ότι η Παναγία είχε φθάσει σε μεγάλη καθαρότητα, αφού βίωσε από μικρό παιδί την θέωση.
Το ότι οι Ευαγγελιστές αποφεύγουν να πούν καθαρά ότι πρώτη είδε τον Χριστό η Παναγία έχει μεγάλη σημασία, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, γιατί δεν ήθελαν να δώσουν αφορμή στους απίστους να αμφισβητήσουν το γεγονός της Αναστάσεως, αφού το βεβαιώνει η μητέρα Του.
Η Παναγία, όπως παρέμεινε στον Σταυρό μέχρι την τελευταία στιγμή, έτσι και πρώτη αυτή πήγε στο μνημείο για να αλείψη με αρώματα το Σώμα του Χριστού. Αυτό έγινε όχι μόνο λόγω της μητρότητος, αλλά λόγω και της υψηλής πνευματικής της καταστάσεως, γιατί αυτοί που έχουν σε μεγάλο βαθμό πνευματική θεωρία, έχουν μεγαλύτερη γνώση και τελειότερη αγάπη.

κβ'

Η Ανάσταση του Χριστού δεν πρέπει να εορτάζεται ως ένα ιστορικό ή κοινωνικό γεγονός, αλλά ως υπαρξιακό, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι πρέπει να γίνη μέθεξη της Χάριτος της Αναστάσεως. Η νηστεία που προηγείται της εορτής όλη την περίοδο της Τεσσαρακοστής, ο ασκητικός αγώνας, αποβλέπει στην αρτιοτέρα συμμετοχή στο μυστήριο της Αναστάσεως.
Για να επιτευχθή όμως αυτό απαιτείται, όπως όλοι οι Πατέρες διδάσκουν, κάθαρση τόσο των σωματικών αισθήσεων όσο και των ψυχικών. Ο άνθρωπος έχει σώμα και ψυχή, και γι' αυτό έχει σωματικές και ψυχικές αισθήσεις. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ψάλλει: "καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της αναστάσεως, Χριστόν εξαστράπτοντα και χαίρετε φάσκοντα τρανώς ακουσόμεθα, επινίκιον άδοντες". Άρα, λοιπόν, η κάθαρση είναι αναγκαία προϋπόθεση για την θεωρία και την κοινωνία με τον Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θα πή: "Δια τούτο καθαρτέον πρώτον εαυτόν, είτα τω καθαρώ προσομιλητέον".
Σκοπός της πνευματικής ζωής είναι να ενωθή κανείς με τον Αναστάντα Χριστό, να Τον δη μέσα στην καρδιά του. Ο Χριστός ανασταίνεται μέσα στην καρδιά, νεκρώνοντας τους εμπαθείς λογισμούς που παρευρίσκονται εκεί υπό την επήρεια των δαιμόνων και υπερβαίνοντας τους εμπαθείς τύπους και τις προλήψεις της αμαρτίας, όπως τότε υπερέβη τις σφραγίδες του τάφου (άγ. Μάξιμος Ομολογητής). Επομένως, δεν πρόκειται για ένα εξωτερικό τυπικό εορτασμό, αλλά για εσωτερικό και υπαρξιακό. Με αυτό το πρίσμα ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνιστά να μην εορτάζουμε πανηγυρικώς και κοσμικώς, αλλά θεϊκώς και υπερκοσμίως.
Η μέθεξη του μυστηρίου της Αναστάσεως είναι βίωση της θεώσεως. Αυτός που μυήθηκε στην απόρρητη δύναμη της Αναστάσεως, γνώρισε εκ πείρας για ποιό σκοπό ο Χριστός δημιούργησε τον κόσμο (άγ. Μάξιμος Ομολογητής). Πραγματικά, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να φθάση στην θέωση, και ο κόσμος να μετέχη του αγιασμού δια του ανθρώπου. Οπότε, εκείνος που μυείται σε αυτήν την απόρρητη δύναμη του μυστηρίου της Αναστάσεως, φθάνει στην θέωση και εκπληρώνει τον σκοπό της υπάρξεώς του. Έτσι αποκτά μεγαλύτερη γνώση.
Ο Απόστολος Παύλος συνιστά αυτήν την βίωση της ζωής, γι' αυτό γράφει ότι συνταφήκαμε δια του αγίου Βαπτίσματος με τον Χριστό στον θάνατο, "ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν" (Ρωμ. στ', 4). Είναι απαραίτητη αυτή η αναγέννηση, γιατί διαφορετικά ο άνθρωπος πρόκειται να πεθάνη πνευματικά, κατά τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: "ει γαρ κατά σάρκα ζήτε, μέλλετε αποθνήσκειν, ει δε Πνεύματι τας πράξεις του σώματος θανατούτε, ζήσεσθε. όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται, ούτοι εισιν υιοί Θεού" (Ρωμ. η', 13).
Η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί το μεγαλύτερο γεγονός μέσα στην ιστορία. Πρόκειται για θέωση και ανάσταση της ανθρωπίνης φύσεως και για ελπίδα θεώσεως και αναστάσεως της δικής μας υποστάσεως. Αφού βρέθηκε το φάρμακο, υπάρχει ελπίδα ζωής. Δια της Αναστάσεως του Χριστού αποκτά άλλο νόημα και η ζωή και ο θάνατος. Δεν θεωρούμε ως ζωή το σύνολο των ιστορικών γεγονότων, αλλά την κοινωνία με τον Θεό. Και δεν θεωρούμε θάνατο το τέλος της παρούσης ζωής, αλλά την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Χριστό, ενώ ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα δεν είναι θάνατος, αλλά προσωρινός ύπνος. Ο Απόστολος Παύλος, ακριβώς επειδή αισθάνεται ενωμένος με τον Αναστάντα Χριστό, μπορεί να ομολογή: "Πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών" (Ρωμ. η', 38-39).
Στον Κατηχητικό λόγο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος είναι ένας θριαμβευτικός παιάνας της νίκης, λέγεται ότι με την Ανάσταση του Χριστού ξεπεράστηκαν όλα τα ανθρώπινα προβλήματα.
Κανείς δεν πρέπει να θρηνή για την φτώχεια και γενικά για την στέρηση των αναγκαίων υλικών αγαθών, γιατί "εφάνη η κοινή Βασιλεία".
Κανείς δεν πρέπει να οδύρεται για τα αμαρτήματα που διέπραξε, γιατί "συγνώμη εκ του τάφου ανέτειλε".
Κανείς δεν πρέπει να φοβάται τον θάνατο, γιατί "ηλευθέρωσε ημάς ο του Σωτήρος θάνατος".
Αυτό το "μηδείς" (κανείς) είναι το απόλυτο, που δημιουργεί η Ανάσταση του Χριστού. Όσο κλεινόμαστε στο σχετικό και δεν εισερχόμαστε μέσα στην απολυτότητα του "μηδείς", τόσο και θρηνούμε, οδυρόμαστε και φοβόμαστε.

Η χαρά για την Ανάσταση του Κυρίου

(από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς

 
Τό «Χριστός Ανέστη» δονεί τήν ατμόσφαιρα τής Εκκλησίας απ' άκρου εις άκρον τήν Πασχαλινή περίοδο, αλλά καί κάθε άλλη περίοδο τού χρόνου, αφού στήν ορθόδοξη Εκκλησία δέν υπάρχει μεγαλύτερη εορτή από τήν Ανάσταση τού Κυρίου. Η Ανάσταση αποτελεί τό επιστέγασμα όλων τών άλλων εορτών, γιατί μέ αυτήν νικήθηκε ο «έσχατος εχθρός» τού ανθρώπου, ο θάνατος. Μέ τήν Ανάστασή Του ο Κύριος έδειξε ότι προοπτική τού ανθρώπου είναι η ζωή« ότι ο θάνατος είναι μέρος αυτής, αφού φάνηκε «η ζωή εν τάφ ω». « Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν καί περισσόν έχωσιν (οι άνθρωποι) είπε ο Ιδιος, κατά συνέπεια η Ανάστασή Του σηματοδοτεί καί τήν ανάσταση τού λογικού πλάσματός Του. Ωστε «θάνατος ουκέτι κυριεύει«» «τής ζωής γάρ ηξιώθημεν εν Χριστ ώ Ιησού». «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Αδου τήν καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, τής αιωνίου, απαρχήν». Ο,τι πιό φυσικό λοιπόν νά πανηγυρίζουμε καί νά διατρανώνουμε τή χαρά μας μπροστά στό μοναδικό αυτό καί εκπληκτικό γεγονός, τό οποίο ανέτρεψε στήν κυριολεξία όλα τά δεδομένα καί όλες τίς σταθερές τής ιστορικής πραγματικότητας!
Τί σημαίνει όμως πανηγύρι καί διατράνωση τής χαράς; Μήπως βεγγαλικά καί βαρελότα καί αυτοσχέδιες βόμβες, μέ τά οποία θρηνούμε κάθε χρόνο ένα σωρό θύματα καί τά οποία προκαλούν τήν αγανάκτηση κάθε ορθοφρονούντος Χριστιανού; Μήπως τραγούδια στή διαπασών λαϊκά, ελαφρολαϊκά, ντίσκο, χέβι-μέταλ ή ρέϊβ, μέ τά οποία «τρυπιέται» τό μυαλό καί εύχεται κανείς νά βρισκόταν ολομόναχος στά όρη καί στά βουνά; Η μήπως τό πανηγύρι τής Ανάστασης εκφράζεται κυρίως μέ τό ψήσιμο τού οβελία, τού κοκορετσιού καί τών λοιπών εδεσμάτων, μέ τά οποία θά γεμίσει μέχρις εσχάτης πλήρωσης τό στομάχι του ο πιστός, γιά νά βρεί ανακούφιση έπειτα στήν κατάποση δεκάδων γκαζοζών ή καί μερικές φορές στήν καταφυγή στά νοσοκομεία;
Ασφαλώς καί όχι! Τέτοιες αντιδράσεις γιά τό πανηγύρι τής Ανάστασης πόρρω απέχουν από τό κατά Χριστόν εκκλησιαστικό ήθος καί τό μόνο πού φανερώνουν είναι ότι ο πιστός είναι τελικώς άπιστος καί ίσως καί άθεος. Η μάλλον είναι πιστός, αλλά στήν ειδωλολατρία τής αρχαίας εποχής, στήν οποία υπήρχαν ανάλογες εκδηλώσεις θορύβου καί φαγοπότι μέ τίς διάφορες εορτές τού Διονύσου. Πράγματι! Τό γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα τού ορθοδόξου χριστιανικού λαού συμμετέχει στήν Ανάσταση μέ τό νά παραμένει μόνο στήν τελετή τής δωδεκάτης νυχτερινής, γιά ν' ακούσει τό «Χριστός Ανέστη», νά διαδηλώνει τήν υποτιθέμενη χαρά του μέ τά θορυβώδη βαρελότα - άν βγεί καί κανένα μάτι ή τραυματιστεί κανείς, ακόμη καλίτερα! - καί νά κάνει έπειτα μεταβολή γιά νά επιπέσει στή μαγειρίτσα καί τά λοιπά τού πασχαλινού τραπεζιού, τί άλλο δείχνει παρά τήν απουσία τού Χριστού καί τής δύναμης τής Αναστάσεώς Του από τή ζωή τών «Χριστιανών» αυτών! Τό λέει μάλιστα καί ο ψαλμικός στίχος τής αναστάσιμης ώρας: « Αναστήτω ο Θεός καί διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί Αυτού καί φυγέτωσαν από προσώπου Αυτού οι μισούντες Αυτόν!» Καί ώ, τού θαύματος! Πραγματοποιείται επακριβώς τό λεχθέν: Διασκορπίζονται οι εχθροί τού Χριστού (κρατώντας μάλιστα καί αναμμένες αναστάσιμες λαμπάδες!) καί φεύγουν από μπροστά Του όσοι Τόν μισούν! Τέτοια άμεση εκπλήρωση αγιογραφικού λόγου πουθενά αλλού δέν απαντάται. Καί δυστυχώς, η τραγική αυτή κατάσταση δέν επισημαίνεται μόνο στίς πόλεις. Θά 'λεγε κανείς ότι κυρίως απαντάται στίς επαρχίες καί τά χωριά. Εκεί κατ εξοχήν βρίσκεται κανείς σέ πολεμική ατμόσφαιρα. Εκεί πλήθος «ευγενικών» πιστών ετοιμάζεται όλη τή χρονιά νά πανηγυρίσει τό Πάσχα μέ βόμβες καί μέ ρουκέτες. Εκεί ο σκοπός τής Ανάστασης εξαντλείται στό ποιός θά καταφέρει τά μεγαλύτερα πλήγματα κατά τής Εκκλησίας τού αντίπαλου χωριού καί θά σπείρει περισσότερο τόν πανικό καί τήν καταστροφή.
Πού είναι εκείνοι άραγε πού ισχυρίζονται ότι η ελληνική ύπαιθρος κρατάει τήν παράδοση τής ορθοδοξίας; Ποιά σχέση μπορεί νά έχει τό Πάσχα τών Ελλήνων μέ τά εκφυλιστικά φαινόμενα, πού διαπιστώνουμε κάθε χρόνο τέτοια εποχή; Τί άλλο είναι οι αναφορές περί τών ιδανικών συνθηκών εορτασμού τού Πάσχα στήν επαρχία -τουλάχιστον σέ πολλά μέρη τής επαρχίας - παρά ρομαντικές εκφράσεις εξιδανικευμένης παρελθοντικής εποχής; Δυστυχώς, αγριέψαμε ως άνθρωποι. Καί τήν αγριότητα τής καρδιάς μας τήν αποκαλύπτουμε ακόμη καί στά εκκλησιαστικά γεγονότα. Ακόμη καί στίς εορτές τής Εκκλησίας μας! Τί σημαίνει λοιπόν πανηγύρι αναστάσιμο καί χαρά πασχαλινή; Πώς γνήσια καί αληθινά ο Χριστιανός, πού έχει επίγνωση τής παρουσίας τού Χριστού στή ζωή του, διαδηλώνει τή χαρά του; Μά όπως μάς καλεί η Εκκλησία καί γιά τήν περίοδο αυτή καί γιά όλο τό χρόνο.
«Αναστάσεως ημέρα - μάς λέει συνεχώς - καί λαμπρυνθώμεν τFή πανηγύρει καί αλλήλους περιπτυξώμεθα. Είπωμεν, αδελφοί, καί τοίς μισούσιν ημάς« συγχωρήσωμεν πάντα τή Αναστάσει, καί ούτω βοήσωμεν« Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας, καί τοίς εν τοίς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».
Ηλθε η Ανάσταση καί άς γίνουμε λαμπροί καί φωτεινοί από τό πανηγύρι καί άς αγκαλιαστούμε μεταξύ μας. Ας πούμε «αδέλφια» καί σ' αυτούς πού μάς μισούν« άς συγχωρήσουμε τούς πάντες εξ αιτίας τής Ανάστασης καί έτσι άς φωνάξουμε δυνατά: Ο Χριστός αναστήθηκε από τούς νεκρούς, αφού πάτησε τό θάνατο μέ τό θάνατό Του καί χάρισε ζωή σ' αυτούς πού είναι μέσα στά μνήματα!
Ανάσταση σημαίνει αγάπη καί συγχώρηση. Αυτό ζεί ο Χριστιανός πάντοτε καί γι' αυτό διαρκώς ζεί - πρέπει νά ζεί - τήν αναστάσιμη χαρά. Κάθε άλλη εκδήλωση, πού δέν αποτελεί έκφραση τής αγάπης, είναι εκτροπή καί ντροπή! 


Η Ανάσταση του Χριστού είναι το μεγαλύτερο γεγονός μέσα στην ιστορία. Είναι αυτό που διαφοροποιεί τον Χριστιανισμό από οποιαδήποτε άλλη θρησκεία. Οι άλλες θρησκείες έχουν αρχηγούς θνητούς, ενώ Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο αναστημένος Χριστός. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η ανανέωση της ανθρωπίνης φύσεως, η ανάπλαση του ανθρωπίνου γένους, η βίωση της εσχατολογικής πραγματικότητος. Όταν μιλούμε για την Ανάσταση δεν την ξεχωρίζουμε από τον Σταυρό, αφού Σταυρός και Ανάσταση είναι οι δύο πόλοι του λυτρωτικού βιώματος, όπως προσευχόμαστε στην Εκκλησία, "διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω. Δια παντός ευλογούντες τον Κύριον υμνούμεν την ανάστασιν αυτού", ή όπως ψάλλουμε, "τόν Σταυρόν σου προσκυνούμεν, Δέσποτα, και την αγίαν Σου Ανάστασιν δοξάζομεν".
Στην Εκκλησία κάνουμε διαρκώς λόγο για την Ανάσταση του Χριστού που έχει μεγάλη σημασία για την ζωή του πιστού. Δεν πιστεύουμε σε κοινωνικές επαναστάσεις, αφού το μεγαλύτερο καλό στην Οικουμένη προήλθε από την Ανάσταση και όχι από κάποια ανθρώπινη κοινωνική επανάσταση. Κι αν συσχετίσουμε την Ανάσταση με την αληθινή επανάσταση, τότε βρισκόμαστε στην αλήθεια, από την άποψη ότι δια της Αναστάσεως του Χριστού ο άνθρωπος επανήλθε στην αρχική του θέση και ανέβηκε ακόμη ψηλότερα. Η λέξη επανάσταση προέρχεται από το ρήμα επανίστημι, που σημαίνει επανέρχομαι στην προηγούμενη θέση. Αυτή η επανόρθωση, η αποκατάσταση του ανθρώπου έγινε με την Ανάσταση του Χριστού.
Ο Απόστολος Παύλος σαφώς διακηρύσσει: "Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών" (Α' Κορ. ιε', 17). Η αληθινότητα και η δυναμικότητα της πίστεως οφείλεται στο λαμπρό γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού. Χωρίς αυτήν οι Χριστιανοί είναι "ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων" (Α' Κορ. ιε', 19).

α'

Η Ανάσταση του Χριστού εορτάζεται από την Εκκλησία από την στιγμή της καταβάσεώς Του στον Άδη, όπου ελευθέρωσε τις ψυχές των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης από το κράτος του θανάτου και του διαβόλου. Έτσι την πανηγυρίζει η Εκκλησία μας. Στα λειτουργικά κείμενα φαίνεται καθαρά ότι ο πανηγυρισμός της Αναστάσεως αρχίζει από την Μ. Παρασκευή, όπως το βλέπουμε στην ακολουθία του όρθρου του Μ. Σαββάτου, όπου γίνεται και η περιφορά του Επιταφίου. Και οι ομιλίες των Πατέρων κατά την Μ. Παρασκευή στην πραγματικότητα είναι αναστάσιμες και νικητήριες.
Αυτό φαίνεται και από την ιερή αγιογραφία της Αναστάσεως. Η Εκκλησία καθόρισε να θεωρήται ως πραγματική εικόνα της Αναστάσεως του Χριστού η κάθοδός Του στον Άδη. Βέβαια, υπάρχουν και εικόνες της Αναστάσεως που περιγράφουν την εμφάνιση του Χριστού στις Μυροφόρες και τους Μαθητάς, αλλά η κατ' εξοχήν εικόνα της Αναστάσεως είναι η συντριβή του θανάτου, που έγινε με την κάθοδο του Χριστού στον Άδη, όταν η ψυχή μαζί με την θεότητα κατήλθε στον Άδη και ελευθέρωσε τις ψυχές των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης, που τον περίμεναν ως Λυτρωτή.
Η εικονογράφηση της Αναστάσεως με την κάθοδο του Χριστού στον Άδη γίνεται για πολλούς και σοβαρούς θεολογικούς λόγους. Πρώτον, γιατί κανείς δεν είδε τον Χριστό την ώρα που αναστήθηκε, αφού εξήλθε από τον τάφο "εσφραγισμένου του μνήματος". Ο σεισμός που έγινε και η κάθοδος του αγγέλου που σήκωσε την πλάκα του τάφου, έγινε για να βεβαιωθούν οι Μυροφόρες γυναίκες ότι αναστήθηκε ο Χριστός. Δεύτερον, γιατί, όταν η ψυχή του Χριστού ενωμένη με την θεότητα κατήλθε στον Άδη, συνέτριψε το κράτος του θανάτου και του διαβόλου, αφού με τον δικό Του θάνατο νίκησε τον θάνατο. Φαίνεται καθαρά στην Ορθόδοξη Παράδοση, ότι με τον θάνατο του Χριστού καταργήθηκε ολοκληρωτικά το κράτος του θανάτου. Άλλωστε, ψάλλουμε στην Εκκλησία: "Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας...". Η θριαμβευτική νίκη Του εναντίον του θανάτου έγινε ακριβώς την ώρα που η ψυχή του Χριστού ενωμένη με την θεότητα κατήργησε τον θάνατο. Τρίτον, ο Χριστός με την κάθοδό Του στον Άδη ελευθέρωσε τον Αδάμ και την Εύα από τον θάνατο. Έτσι, όπως δια του Αδάμ προήλθε η πτώση ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους, αφού αυτός είναι ο γενάρχης μας, έτσι δια της αναστάσεως του Αδάμ γευόμαστε τους καρπούς της αναστάσεως και της σωτηρίας. Λόγω της ενότητος της ανθρωπίνης φύσεως ό,τι έγινε στον προπάτορα έγινε σε όλη την ανθρώπινη φύση.
Γι' αυτούς τους λόγους η χαρακτηριστικότερη εικόνα της Αναστάσεως του Χριστού θεωρείται η κάθοδός Του στον Άδη, αφού, άλλωστε, όπως θα δούμε και στα επόμενα, η ουσία της εορτής της Αναστάσεως είναι η νέκρωση του θανάτου και η κατάργηση του διαβόλου: "Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν", ψάλλουμε στην Εκκλησία. Η καθαίρεση του Άδου και η νέκρωση του θανάτου είναι το βαθύτερο νόημα της αναστασίμου εορτής.

Στ΄

Η ημέρα του Μ. Σαββάτου, όταν η ψυχή του Χριστού με την θεότητα βρισκόταν στον Άδη και το σώμα μαζί με την θεότητα βρισκόταν στον τάφο, οπότε νικήθηκε το κράτος του διαβόλου και του θανάτου, θεωρείται μεγάλη ημέρα από την Ορθόδοξη Εκκλησία, αφού συνδέεται με την ημέρα της Κυριακής.
Στα λειτουργικά κείμενα συσχετίζεται η εβδόμη ημέρα της δημιουργίας, κατά την οποία ο Θεός μετά την δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου "κατέπαυσε από πάντων των έργων αυτού", με την ημέρα του Μ. Σαββάτου, κατά την οποία κατέπαυσε και ο Χριστός από όλα εκείνα που έκανε για την σωτηρία του ανθρώπου. Γι' αυτό, όπως ψάλλουμε, "τούτο γαρ εστι το ευλογημένον Σάββατον".
Στο βιβλίο της Γενέσεως βλέπουμε ότι, αφού ο Θεός δημιούργησε όλον τον κόσμο και τον άνθρωπο σε έξι ημέρες, κατά την εβδόμη ημέρα αναπαύθηκε από τα έργα που έκανε. Γράφει ο Μωϋσής: "Και ευλόγησεν ο Θεός την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν, ότι εν αυτή κατέπαυσεν από πάντων των έργων αυτού, ών ήρξατο ο Θεός ποιήσαι" (Γεν. β', 3).
Γι' αυτόν τον λόγο ο Μωϋσής καθόρισε, ώστε την εβδόμη ημέρα, το Σάββατο, που ερμηνεύεται ανάπαυση, να αναπαύωνται οι Ιουδαίοι και να αφιερώνεται η ημέρα στην λατρεία και την προσευχή. Η εντολή ήταν σαφής: "Και η ημέρα η πρώτη κληθήσεται αγία, και η ημέρα η εβδόμη κλητή αγία έσται υμίν, πάν έργον λατρευτόν ου ποιήσετε εν αυταίς, πλην όσα ποιηθήσεται πάση ψυχή, τούτο μόνον ποιηθήσεται υμίν" (Εξ. ιβ' 16).
Υπάρχει ερμηνεία κατά την οποία η εντολή της αργίας του Σαββάτου δόθηκε από τον Θεό κυρίως και προπαντός για την ανάπλαση και ανακαίνιση του ανθρώπου που θα γινόταν με την θυσία και τον θάνατο του Χριστού στον Σταυρό, με την κάθοδο του Χριστού στον Άδη και την κατάργηση της αμαρτίας και του θανάτου. (Ιωσήφ Καλοθέτης). Βέβαια, πρέπει να τονισθή ότι η αρχή της αναπλάσεως και ανακαινίσεως έγινε την ημέρα του Μ. Σαββάτου, αλλά η φανερά και αισθητή αρχή της παλιγγενεσίας έγινε την ημέρα της Κυριακής, όταν ο Χριστός αναστήθηκε αισθητώς από τον τάφο (άγ. Νικόδημος αγιορείτης). Γι' αυτό και εμείς, καίτοι τιμούμε το Σάββατο, εν τούτοις τιμούμε περισσότερο την Κυριακή, που την θεωρούμε κυρίως ημέρα αναπλάσεως και αναδημιουργίας. Σεβόμαστε, πάντως και το Σάββατο, κατά τον λόγο του αγίου Γερμανού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως: "Σεβαστέον ουν τούτο το Σάββατον, ως ημέραν της καθ' ημάς αναπλάσεως".
Ο σαββατισμός στην ορθόδοξη Παράδοση έχει και μια άλλη σημασία. Στην ουσία συνιστά την κατάπαυση του ανθρώπου, τον ησυχασμό, την λεγομένη ιερά ησυχία με όλο το περιεχόμενό της. Ο Απόστολος Παύλος, αφού αναφέρει ότι ο σαββατισμός είναι απαραίτητος για τον λαό του Θεού, συνιστά: "Σπουδάσωμεν ουν εισελθείν εις εκείνην την κατάπαυσιν" (Εβρ. δ', 11). Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα πη ότι όταν ο άνθρωπος απομακρύνη κάθε λογισμό από τον νού και όταν με επιμονή και αδιάλειπτη προσευχή ο νούς επιστρέψη μέσα στην καρδιά, τότε εισέρχεται στην θεία κατάπαυση, δηλαδή στην θεοπτία, στην θεωρία του Θεού.
Αυτή η κατάπαυση, αυτός ο ησυχασμός δεν είναι αδράνεια, αλλά μεγάλη κίνηση. Όπως ο Θεός, καίτοι κατέπαυσε την εβδόμη ημέρα, εν τούτοις όμως εξακολουθούσε να διευθύνη τον κόσμο με την άκτιστη ενέργειά Του, έτσι και ο άνθρωπος, όταν βρίσκεται σε κατάσταση πνευματικής θεωρίας, κάνει το μεγαλύτερο έργο, ενώνεται με τον Θεό και στην συνέχεια αγαπά ό,τι αγαπά και ο Θεός. Γι' αυτό μπορούμε να πούμε ότι είναι δυνατόν να ζήση κανείς την Ανάσταση του Χριστού μέσα από την δική του κατάπαυση, δηλαδή μέσα από τον δικό του ησυχαστικό τρόπο ζωής. Όσο κανείς εισέρχεται στον θείο σαββατισμό, στην θεία κατάπαυση τόσο και βιώνει την ανάσταση. Η ευχή "καλή ανάσταση" πρέπει να συνοδεύεται και να ακολουθή από την ευχή "καλή κατάπαυση".

ζ'

Κάποτε ο Χριστός αναφέρθηκε παραβολικά στην εκ νεκρών τριήμερη Ανάστασή Του, όταν είπε: "λύσατε τον ναόν τούτον, και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν". Οι Ιουδαίοι νόμιζαν ότι μιλούσε για τον ναό του Σολομώντος, που έκανε σαράντα έξι χρόνια για να κτισθή. Όμως, "εκείνος έλεγε περί του ναού του σώματος αυτού". Μάλιστα, ακόμη και οι ίδιοι οι Μαθητές το κατάλαβαν ύστερα από την ανάστασή Του (Ιω. β', 19-22).
Και άλλες φορές ο Χριστός μιλούσε καθαρά για την τριήμερη ανάστασή Του: "Και ήρξατο διδάσκειν αυτούς ότι δει τον Υιόν του ανθρώπου πολλά παθείν, και αποδοκιμασθήναι από των πρεσβυτέρων και των αρχιερέων και των γραμματέων, και αποκτανθήναι, και μετά τρεις ημέρας αναστήναι" (Μάρκ. η', 31). Τόσο πολύ είχε διαδοθή αυτή η διδασκαλία, ώστε οι ευρισκόμενοι κατά την σταυρική θυσία στον Γολγοθά τον βλασφημούσαν λέγοντας: "ο καταλύων τον ναόν και εν τρισίν ημέραις οικοδομών, σώσον σεαυτόν" (Ματθ. κζ', 40). Επίσης, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι ζήτησαν από τον Πιλάτο να σφραγίση τον τάφο, γιατί θυμήθηκαν ότι ο Χριστός όσο ζούσε είπε: "μετά τρεις ημέρας εγείρομαι" (Ματθ. κζ', 63).
Όλοι λέμε ότι ο Χριστός αναστήθηκε από τον τάφο μετά από τρεις ημέρες. Μιλώντας, βέβαια, για Ανάσταση δεν εννοούμε ότι πέθανε η θεότητα, αλλά ότι η ψυχή, που χωρίστηκε από το σώμα, χωρίς να χωρισθή η θεότητα, επανήλθε πάλι στο σώμα, και έτσι αναστήθηκε από τον τάφο. Δημιουργείται όμως ένα πρόβλημα σχετικά με τις τρεις ημέρες. Από πότε υπολογίζονται και πώς προσμετρώνται, αφού γνωρίζουμε ότι ο Χριστός πέθανε την τρίτη απογευματινή της Μ. Παρασκευής και αναστήθηκε τις πρωϊνές ώρες της Κυριακής.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ερμηνεύει ότι πραγματικά έχουμε τρεις νύκτες και τρεις ημέρες κατά τις οποίες ο Χριστός βρισκόταν στον τάφο. Ερμηνεύοντας τα περιστατικά της σταυρώσεως λέγει ότι κατά την Παλαιά Διαθήκη ο Θεός κάλεσε το σκοτάδι νύκτα και το φως ημέρα. Έτσι, λοιπόν, το σκοτάδι που έγινε κατά τον καιρό της σταυρώσεως, από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι τις τρεις το μεσημέρι, είναι νύκτα, αφού δεν σκοτίστηκε ο ήλιος από κάποιο σύννεφο που κάλυψε την ηλιακή ακτίνα. Έτσι περιέπεσε σκοτάδι σε ολόκληρη την γή, αφού εξέλειπε η φωτιστική ενέργεια που πηγάζει από το ηλιακό σώμα. Από τις τρεις η ώρα μέχρι την κανονική δύση της Παρασκευής έχουμε ημέρα. Οπότε συμπληρώθηκε η πρώτη νύκτα και ημέρα. Στην συνέχεια έχουμε την νύκτα της Παρασκευής και την ημέρα του Σαββάτου, που υπολογίζεται ως δεύτερη νύκτα και ημέρα. Και τέλος η νύκτα του Σαββάτου και η αρχή, τα ξημερώματα της Κυριακής, οπότε αναστήθηκε ο Χριστός, απαρτίζουν την τρίτη νύκτα και ημέρα.
Ο άγιος ιερομάρτυς Αναστάσιος ο Σιναΐτης δίνει μια άλλη ερμηνεία, που κινείται περίπου στα ίδια πλαίσια. Λέγει ότι κατά την Παλαιά Διαθήκη η ημέρα αριθμείται αφού συνυπολογισθή και η εσπέρα. Στο βιβλίο της Γενέσεως λέγεται: "Και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωΐ ημέρα μία" (Γεν. α', 5). Επίσης, από το μέρος υπολογίζεται και το όλο.
Επομένως, κατά τον άγιο Αναστάσιο, η ώρα που πέθανε ο Χριστός, ως τμήμα της ημέρας της Παρασκευής, που άρχισε από την Πέμπτη το απόγευμα, εντάσσεται στην πρώτη ημέρα. Το βράδυ της Παρασκευής και η ημέρα του Σαββάτου υπολογίζεται ως δεύτερη ημέρα, και το βράδυ του Σαββάτου μέχρι τα ξημερώματα της Κυριακής όταν αναστήθηκε ο Χριστός, επειδή αποτελείται και από τμήμα της ημέρας της Κυριακής, θεωρείται ως τρίτη ημέρα.
Προσωπικά πιστεύω ότι η ερμηνεία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού θεωρείται πιο ευπρόσδεκτη, χωρίς να αποκλείεται και η ερμηνεία του αγίου Αναστασίου. Πάντως, ο Χριστός παρέμεινε τρεις ημέρες και τρεις νύκτες στον τάφο.
Είναι σημαντικός και ο λόγος για τον οποίο ο Χριστός αναστήθηκε μετά από τρεις ημέρες και όχι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Θα μπορούσε, δηλαδή, ο Χριστός να αναστηθή αμέσως μετά τον θάνατό Του στον Σταυρό, αλλά αναστήθηκε τριήμερος για να πιστοποιηθή το μυστήριο του θανάτου, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να αμφισβητηθή. Δεν παρέμεινε περισσότερο χρόνο για να μη συκοφαντηθή το μυστήριο της αναστάσεως στο διάμεσο χρονικό διάστημα. Γιατί, όσο αργούσε τόσο και θα δημιουργούσε προβλήματα και ερωτήματα στους Ιουδαίους και τους Μαθητάς (Μακάριος Χρυσοκέφαλος). Γι' αυτό, το διάστημα των τριών ημερών ήταν το πιο κατάλληλο για να μην αμφισβητηθή το μυστήριο του θανάτου, ούτε και να κατηγορηθή το μυστήριο της Αναστάσεως του Χριστού.

ιγ'

Στα τροπάρια της Εκκλησίας αναφέρεται ότι ο άγγελος Κυρίου μετέφερε στην Παναγία το μήνυμα ότι αναστήθηκε ο Χριστός. "Ο άγγελος εβόα τη Κεχαριτωμένη αγνή Παρθένε Χαίρε και πάλιν ερώ χαίρε, ο σός Υιός ανέστη τριήμερος εκ τάφου".
Βέβαια, μέσα στα Ευαγγέλια δεν αναφέρεται ρητώς ότι η Παναγία είδε τον Αναστάντα Χριστό. Υπάρχουν όμως φράσεις που αναφέρονται στην "άλλη Μαρία". Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος γράφει: "Οψέ δε Σαββάτων, τη επιφωσκούση εις μίαν σαββάτων, ήλθε Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία θεωρήσαι τον τάφον" (Ματθ. κη', 1). Επίσης, αλλού γίνεται λόγος για την "Μαρία Ιακώβου" (Λουκ. κδ', 10). Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ερμηνεύοντας αυτές τις περιπτώσεις, λέγει ότι πρόκειται για την Παναγία, που ήλθε πρώτη στο μνημείο, και κατ' αρχάς μεν έμαθε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ ότι αναστήθηκε ο υιός της, έπειτα δε τον είδε, και αυτή μόνη αξιώθηκε να πιάση με τα χέρια της τα πόδια Του.
Όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος, ήταν σωστό και δίκαιο πρώτη η Παναγία να πληροφορηθή το ευαγγέλιο της Αναστάσεως και να δη αυτή πρώτη τον Αναστάντα Χριστό. Αυτό, βέβαια, συνδέεται και με το ότι η Παναγία είχε φθάσει σε μεγάλη καθαρότητα, αφού βίωσε από μικρό παιδί την θέωση.
Το ότι οι Ευαγγελιστές αποφεύγουν να πούν καθαρά ότι πρώτη είδε τον Χριστό η Παναγία έχει μεγάλη σημασία, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, γιατί δεν ήθελαν να δώσουν αφορμή στους απίστους να αμφισβητήσουν το γεγονός της Αναστάσεως, αφού το βεβαιώνει η μητέρα Του.
Η Παναγία, όπως παρέμεινε στον Σταυρό μέχρι την τελευταία στιγμή, έτσι και πρώτη αυτή πήγε στο μνημείο για να αλείψη με αρώματα το Σώμα του Χριστού. Αυτό έγινε όχι μόνο λόγω της μητρότητος, αλλά λόγω και της υψηλής πνευματικής της καταστάσεως, γιατί αυτοί που έχουν σε μεγάλο βαθμό πνευματική θεωρία, έχουν μεγαλύτερη γνώση και τελειότερη αγάπη.

κβ'

Η Ανάσταση του Χριστού δεν πρέπει να εορτάζεται ως ένα ιστορικό ή κοινωνικό γεγονός, αλλά ως υπαρξιακό, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι πρέπει να γίνη μέθεξη της Χάριτος της Αναστάσεως. Η νηστεία που προηγείται της εορτής όλη την περίοδο της Τεσσαρακοστής, ο ασκητικός αγώνας, αποβλέπει στην αρτιοτέρα συμμετοχή στο μυστήριο της Αναστάσεως.
Για να επιτευχθή όμως αυτό απαιτείται, όπως όλοι οι Πατέρες διδάσκουν, κάθαρση τόσο των σωματικών αισθήσεων όσο και των ψυχικών. Ο άνθρωπος έχει σώμα και ψυχή, και γι' αυτό έχει σωματικές και ψυχικές αισθήσεις. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ψάλλει: "καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της αναστάσεως, Χριστόν εξαστράπτοντα και χαίρετε φάσκοντα τρανώς ακουσόμεθα, επινίκιον άδοντες". Άρα, λοιπόν, η κάθαρση είναι αναγκαία προϋπόθεση για την θεωρία και την κοινωνία με τον Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θα πή: "Δια τούτο καθαρτέον πρώτον εαυτόν, είτα τω καθαρώ προσομιλητέον".
Σκοπός της πνευματικής ζωής είναι να ενωθή κανείς με τον Αναστάντα Χριστό, να Τον δη μέσα στην καρδιά του. Ο Χριστός ανασταίνεται μέσα στην καρδιά, νεκρώνοντας τους εμπαθείς λογισμούς που παρευρίσκονται εκεί υπό την επήρεια των δαιμόνων και υπερβαίνοντας τους εμπαθείς τύπους και τις προλήψεις της αμαρτίας, όπως τότε υπερέβη τις σφραγίδες του τάφου (άγ. Μάξιμος Ομολογητής). Επομένως, δεν πρόκειται για ένα εξωτερικό τυπικό εορτασμό, αλλά για εσωτερικό και υπαρξιακό. Με αυτό το πρίσμα ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνιστά να μην εορτάζουμε πανηγυρικώς και κοσμικώς, αλλά θεϊκώς και υπερκοσμίως.
Η μέθεξη του μυστηρίου της Αναστάσεως είναι βίωση της θεώσεως. Αυτός που μυήθηκε στην απόρρητη δύναμη της Αναστάσεως, γνώρισε εκ πείρας για ποιό σκοπό ο Χριστός δημιούργησε τον κόσμο (άγ. Μάξιμος Ομολογητής). Πραγματικά, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να φθάση στην θέωση, και ο κόσμος να μετέχη του αγιασμού δια του ανθρώπου. Οπότε, εκείνος που μυείται σε αυτήν την απόρρητη δύναμη του μυστηρίου της Αναστάσεως, φθάνει στην θέωση και εκπληρώνει τον σκοπό της υπάρξεώς του. Έτσι αποκτά μεγαλύτερη γνώση.
Ο Απόστολος Παύλος συνιστά αυτήν την βίωση της ζωής, γι' αυτό γράφει ότι συνταφήκαμε δια του αγίου Βαπτίσματος με τον Χριστό στον θάνατο, "ίνα ώσπερ ηγέρθη Χριστός εκ νεκρών δια της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν" (Ρωμ. στ', 4). Είναι απαραίτητη αυτή η αναγέννηση, γιατί διαφορετικά ο άνθρωπος πρόκειται να πεθάνη πνευματικά, κατά τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: "ει γαρ κατά σάρκα ζήτε, μέλλετε αποθνήσκειν, ει δε Πνεύματι τας πράξεις του σώματος θανατούτε, ζήσεσθε. όσοι γαρ Πνεύματι Θεού άγονται, ούτοι εισιν υιοί Θεού" (Ρωμ. η', 13).
Η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί το μεγαλύτερο γεγονός μέσα στην ιστορία. Πρόκειται για θέωση και ανάσταση της ανθρωπίνης φύσεως και για ελπίδα θεώσεως και αναστάσεως της δικής μας υποστάσεως. Αφού βρέθηκε το φάρμακο, υπάρχει ελπίδα ζωής. Δια της Αναστάσεως του Χριστού αποκτά άλλο νόημα και η ζωή και ο θάνατος. Δεν θεωρούμε ως ζωή το σύνολο των ιστορικών γεγονότων, αλλά την κοινωνία με τον Θεό. Και δεν θεωρούμε θάνατο το τέλος της παρούσης ζωής, αλλά την απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Χριστό, ενώ ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα δεν είναι θάνατος, αλλά προσωρινός ύπνος. Ο Απόστολος Παύλος, ακριβώς επειδή αισθάνεται ενωμένος με τον Αναστάντα Χριστό, μπορεί να ομολογή: "Πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών" (Ρωμ. η', 38-39).
Στον Κατηχητικό λόγο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος είναι ένας θριαμβευτικός παιάνας της νίκης, λέγεται ότι με την Ανάσταση του Χριστού ξεπεράστηκαν όλα τα ανθρώπινα προβλήματα.
Κανείς δεν πρέπει να θρηνή για την φτώχεια και γενικά για την στέρηση των αναγκαίων υλικών αγαθών, γιατί "εφάνη η κοινή Βασιλεία".
Κανείς δεν πρέπει να οδύρεται για τα αμαρτήματα που διέπραξε, γιατί "συγνώμη εκ του τάφου ανέτειλε".
Κανείς δεν πρέπει να φοβάται τον θάνατο, γιατί "ηλευθέρωσε ημάς ο του Σωτήρος θάνατος".
Αυτό το "μηδείς" (κανείς) είναι το απόλυτο, που δημιουργεί η Ανάσταση του Χριστού. Όσο κλεινόμαστε στο σχετικό και δεν εισερχόμαστε μέσα στην απολυτότητα του "μηδείς", τόσο και θρηνούμε, οδυρόμαστε και φοβόμαστε.