Εισαγωγή | Βιογραφικό σημείωμα | Κοινωνικό έργο
Ο άνθρωπος | ΤΟ ΤΕΛΟΣ | Λόγοι - σχόλια | Φωτογραφίες

Αυτός ήταν ο άνθρωπος που πέρασε ανάμεσά μας περισσότερο από μισό αιώνα και έκανε τόσο ζωντανή την παρουσία του στη ζωή μας, μέχρι που ο χρόνος λιγόστεψε τα βήματά του στους δρόμους μας και τη μορφή του αραιά τώρα την ατενίζαμε. 'Ωσπου μια μέρα, αυτός ο αλύγιστος ρουμελιώτης, η υψηλόκορμη δρυς, έπεσε στο κρεβάτι. Έπεσε για να μη σηκωθεί πια.

Κι από εκεί όμως, από το κρεβάτι του πόνου, που έγινε το κρεβάτι του θανάτου του, δεν έπαυε να ερωτά, να ενδιαφέρεται να ανησυχεί, να φροντίζει. Όλα όσα στη ζωή του αγάπησε ήταν τώρα και η διαρκής ανησυχία του. Με πόση λαχτάρα και στοργή ρωτούσε για το Ναό και το εκκλησίασμα, το κήρυγμα και τη Θεία Λειτουργία, το δάσος και τους αγαπημένους του φτωχούς, που από την πρώτη στιγμή, μόλις πληροφορήθηκαν την αρρώστιά του, έτρεχαν καθημερινά να τον επισκεφτούν, να δουν τη γλυκειά μορφή του, να πάρουν την πατρική του ευλογία, να ακούσουν ακόμη κάποιο λόγο ελπίδας να βγαίνει από τα χείλη του.

Γιατί ο Παπαποστόλης, αν και στα πρόθυρα της "αναλύσεώς" του, αντί να παίρνει, μετέδιδε σε όλους υπομονή και πίστη, ελπίδα και γαλήνη, ασφάλεια, ειρήνη και ανακούφιση. Και τούτο, όχι γιατί δεν γνώριζε το τέλος του, αλλά γιατί πίστευε πως λίγος είναι ακόμη ο χρόνος που του μένει για να τελειώσει το έργο του, της αγάπης και της προσφοράς το μεγάλο έργο. Κι αυτό το έργο το συνέχισε μέχρι την τελευταία του πνοή, που κι αυτή ήρθε μια μέρα.

Ο Παπαποστόλης γνώριζε το τέλος του, μάλιστα δε το προαισθάνθηκε, το προείδε και το είπε: "Σήμερα εγώ φεύγω". Και έφυγε, αφού προηγουμένως έδωσε συμβουλές, αφού είπε σε όλους να μη θρηνήσουν για το θάνατό του, αφού τους εξέφρασε την παράκληση να τον ενταφιάσουν στον παλαιό Άγιο Χριστόφορο και παρακάλεσε να δοθεί η περιουσία του (δεν είχε βέβαια περιουσία ο Παπαποστόλης, ο Σταυρός και τα παπούτσια του) στους φτωχούς.

Αυτή ήταν η διαθήκη του. Χωρίς συμβολαιογράφους και μάρτυρες, γιατί η περιουσία του, που θα μπορούσε να είναι μεγάλη, ήταν μόνο ο Άγιος και οι καρδιές των ανθρώπων που αγάπησε. Υπόδειγμα και σε αυτό το σημείο, τόσο σπουδαίο για την υλιστική εποχή μας. Φτωχός λοιπόν, πάμπτωχος, με ένα ράσο τριμμένο, με την αγάπη στην καρδιά του για όλους, με θαυμαστή πραγματικά διαύγεια, εξομολογήθηκε, μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων για τελευταία φορά, έκανε το σημείο του Σταυρού και παρέδωσε "το πνεύμα του εν ειρήνη". Ήταν τότε Σάββατο 13 Αυγούστου 1960, ώρα 6 μ.μ.

Πέθανε ο Παπαποστόλης! Αντιλάλησαν τα βουνά, οι κάμποι, οι λαγκαδιές. Ακούστηκαν πένθιμα οι καμπάνες του Αγίου, που εκείνος είχε κατασκευάσει με τόσους κόπους. Λαϊκό προσκύνημα έγινε το βράδυ εκείνο στο σπίτι του αδερφού του, όπου έμενε, γιατί δεν είχε δικό του, αλλά και την άλλη μέρα στο Ναό του Αγίου Χριστοφόρου. Χιλιάδες, μυριάδες λαού πέρασαν για να γονατίσουν μπροστά του, να ασπαστούν το σεβάσμιο σκήνωμά του και να πάρουν, για στερνή φορά, την πατρική του ευλογία. Γαλήνιος, πράος, ειρηνικός, απέριττος, με μορφή που μετέδιδε αγιασμό ήταν και διατηρήθηκε μέχρι την τελευταία στιγμή. Είναι τα χαρακτηριστικά του αυτά, που και εκείνη την ημέρα έλαμψαν και φώτισαν όλους τους πιστούς, που έτρεξαν και ευλαβικά γονάτισαν μπροστά του.

Σύσσωμη η πόλη του Αγρινίου και η περιοχή, αλλά και πολλοί γνωστοί από τα διάφορα θέρετρα έτρεξαν για να παρευρεθούν στην ώρα που θα εψάλλετο η νεκρώσιμη ακολουθία. Κόσμος πολύς κατέκλυσε το ναό και τον περίβολο του Αγίου Χριστοφόρου, ενώ όλος ο κλήρος της περιοχής, χοροστατούντος του τότε σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας Ιεροθέου, προέπεμπαν με λόγους και αναφυλλητά τον ποιμενάρχη τους.

Κι αργότερα, όταν μετά την περιφορά του σεπτού σκηνώματός του από τους κεντρικούς δρόμους και τις πλατείες τις πόλης, η πομπή έφτασε στον παλαιό Άγιο Χριστόφορο, τα πένθιμα εμβατήρια της φιλαρμονικής, το αυγουστιάτικο δειλινό, τα κελαηδήματα των πουλιών, το θρόισμα των φύλλων, το αεράκι του δάσους έστελναν θερμές αποχαιρετιστήριες προσευχές και δεήσεις στο Δημιουργό. Σε λίγο το ανάλαφρο χώμα σκέπαζε τη γλυκειά μορφή του, δίπλα στο μνημείο της αγαπημένης του συζύγου, ενώ το κυριακάτικο δειλινό χρύσιζε με τις τελευταίες ηλιαχτίδες την Άγιά του θωριά, σαν το φωτοστέφανο της δόξας του Παραδείσου.

Ο Παπαποστόλης μετέστη προς Κύριον. Το έργο του όμως υπάρχει σαν η πιο τρανή μαρτυρία της διαβάσεώς του από τους δρόμους μας, από την κοινωνία μας, από τις καρδιές μας. Ο Παπαποστόλης ζει μέσα στις καρδιές όλων μας, και αποτελεί παράδειγμα, φάρο φωτεινό, που θα καθοδηγεί πάντοτε όχι μόνο τη σημερινή, αλλά και τις επόμενες γενιές στο καλό, την αρετή, την τιμιότητα, την αγάπη, τον αγιασμό.