
«ΜΝΗΜΗ ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΗ» ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΚΑΒΙΑ
Εκδόσεις «Ίβυκος» Αγρίνιο 2005
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου αν είχε το προνόμιο να διαθέτει φλέβα καλλιτεχνική, θα φιλοτεχνούσε μια εικόνα με άπλετο φως, στην οποία θα παρουσίαζε ερχόμενο τον Όσιο Παπαποστόλη, κρατώντας με το ένα του χέρι τον Άγιο και με το άλλο τον Άνθρωπο. Και αυτή η απεικόνιση θα απέδιδε, με την εύγλωττη σιωπή της, το περιεχόμενο ενός τόμου. Το συναξάρι του. Ο Παπαποστόλης δεν ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που έρχονται να ζήσουν για τον εαυτό τους και να λησμονηθούν μετά την αναχώρηση τους. Υπήρχε για τους άλλους. Στο πρόσωπο του αντίκριζες ενσαρκωμένη την αγάπη που αντανακλούσε καλοσύνη και διέχεε στο περιβάλλον αγαθοσύνη που σαγήνευε. Αλλά ποιον αγαπούσε πιο πολύ, τον Άγιο του ή τον Άνθρωπο; Υπήρχε, εν ακροβασία λεπτής ισορροπίας, διαρκώς στο μεταξύ. Στο ενδιάμεσο του άϋλου και του σαρκικού, ώστε να αποτελεί τον συνεκτικό λώρο του Αγίου με τον Άνθρωπο και τον συνδετικό κρίκο του ευπόρου με τον ενδεή. Το παράδοξο του «δυσίν κυρίοις δουλεύειν» μόνο στην περίπτωση του μπορούσε να ισχύσει. Εκτελούσε με μυσταγωγία και κατάνυξη κάθε ιερουργία και έσπευδε να δώσει χείρα βοηθείας, όπου παρίστατο ανάγκη, πάντοτε υπάκουος δούλος του Αγίου και πρόθυμος υπηρέτης του ανθρώπου.
Εργατικός και ακαταπόνητος, σαν την μέλισσα που παράγει το μέλι για τους άλλους, πάσχιζε για το καλό του τόπου και την προκοπή του καθενός. Δίνονταν ψυχή τε και σώματι στην αποστολή του χωρίς ιδιοτελείς σκοπούς και διακρίσεις. Προ του καθήκοντος του δεν είχε ανασταλτικούς ενδοιασμούς, και για τούτο τίποτε δεν ήταν ικανό να τον εμποδίσει να έχει διαπροσωπικές σχέσεις με τον Εβραίο, να συνδράμει τον επαγγελματία Οθωμανό και να παραστεί στην κηδεία του καθολικού Ιταλού, κι ας ήταν κατακτητής. Τα μάτια του έβλεπαν τον άνθρωπο και η ψυχή του τον ωθούσε να του απλώσει το χέρι, να τον κάνει φίλο του, όποιος κι αν ήταν. Δεν απεχθάνονταν κανέναν. Προσέτρεχε ακόμη και τον μέθυσο να στηρίζει, να τον οδηγήσει στην οικογένεια του και να τον βοηθήσει να συνέλθει. Και Αυτός, ο παρήγορος και βοηθός, ο σεμνός ιερέας με το ένα και μόνο ράσο, ο ταπεινός, με ψυχή «άκακου παιδιού» φάνταζε στα μάτια του κόσμου όλος ένα μεγαλείο, με φεγγοβολή Αγίου. Καταξιώνονταν από την συνείδηση του λαού σε επιβλητική Μορφή, στην οποία καμία δύναμη δεν μπορούσε να αντισταθεί. Κατέλαβε τον λοφίσκο του ιδιώτη και τον δεντροφύτευσε «επειδή τον ήθελε ο Άγιος για να τον χαρίσει στην πόλη». Εφάρμοζε το δικό του Δίκαιο. Αυτό που κάλυπτε ανάγκες και εξυπηρετούσε το κοινό συμφέρον. Αυτό που έβγαζε από την δύσκολη θέση τον ανίσχυρο και καταπιεσμένο. Αυτό που τους ανάγκαζε τα λένε: «έχει δίκιο ο Παπαποστόλης» ακόμα και εκείνοι που θίγονταν τα συμφέροντα τους. Ως λάτρης του Αγίου Χριστόφορου, «γύριζε» ακούραστος, επί σειρά ετών, να μαζέψει βαντάκια καπνό για την ανέγερση του Ναού. Κινήθηκε δραστήρια να φέρει εις πέρας το έργο του και το πέτυχε απαιτώντας τη λίρα της Λαίδης και δεχόμενος τον οβολό του πτωχού.
Ήταν πρωτοπόρος του ωραίου και συνέτεινε, με τις ιδέες και τις πρωτοβουλίες του στην αναβάθμιση της κοινωνικής ζωής της εποχής του. Το 1926 οργάνωσε συναυλίες με την μαντολινάτα του Γυμνασίου Θηλέων και έσπασε κατ' αυτόν τον τρόπο τον αποκλεισμό των νεαρών κοριτσιών από τον δημόσιο βίο. Το 1927 δημιούργησε τον Θίασο Αγίου Χριστόφορου και ως το τέλος της ζωής του ενδιαφέρονταν για την πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου με αποκορύφωμα τα Α' Χριστοφόρια, εκδηλώσεις προς τιμήν του Αγίου, με αθλητικούς αγώνες και δημοτικούς χορούς, που ετελέσθησαν 3 μήνες πριν την εκδημία του.
Ο συγγραφέας, επειδή γνώρισε εκ του σύνεγγυς τον Παπαποστόλη, είχε κατά διαστήματα ενδοιασμούς για την έκδοση αυτού του βιβλίου, φοβούμενος μην προσκρούσει στην σεμνότητα του. Γι' αυτό δε και πήρε χρόνο πολύ το εγχείρημα να παρουσιασθεί η Μορφή του, απέριττη, «ως εν κατόπτρω». Για να επιτευχθεί δε αυτό, ήτο αναγκαίο να μείνει ο λόγος απλούμιστος και να συγκρατηθεί σε χαμηλούς τόνους ώστε να είναι σύμφωνος με την σεμνότητα και τον τρόπο ζωής του Παπαποστόλη. Εξ άλλου η ταπεινοφροσύνη του τον ανέδειξε και τον υπερύψωσε ως σύμβολο. Και ως εκ τούτου, ποτέ δεν είχε την ανάγκη κανενός για να προβληθεί και να καταξιωθεί με οποιαδήποτε υπερβολή. Ομιλεί γι' Αυτόν το έργο του, κάλλιστα παντός άλλου και διατηρεί, από γενιά σε γενιά, ευγνωμόνως την μνήμη του.
Τα καλά έργα που άφησε πίσω του ο ενάρετος αυτός ιερέας τον εγκαθιστούν παρόντα και εν τη απουσία του. Τον βλέπει, εν οράματι, ο συγγραφέας να διέρχεται τους δρόμους της πόλης και τον ακολουθεί καταγράφοντας μνήμες, προς χάριν εκείνων, κυρίως των νέων, που επιθυμούν να τον γνωρίσουν και να πάρουν την ευχή του.
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΚΑΒΙΑΣ
14 Ιανουαρίου 2005
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΑΦΟΥΤΗΣ (ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΗΣ)
ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο Αρχιμανδρίτης Απόστολος Φαφούτης, πρωτότοκος γιος του Θεοδώρου και της
Ευαγγελίας, γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1874.
Αποφοίτησε από το Ελληνικό σχολείο το 1890, αλλά δεν συνέχισε τις σπουδές του,
λόγω οικονομικών δυσκολιών και αποστάσεως, διότι Γυμνάσιο τότε, υπήρχε μόνο
στο Μεσολόγγι.
Κατόπιν διορίστηκε Γραμματοδιδάσκαλος στο Βλοχό και αργότερα Γραμματέας
στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου. Νυμφεύτηκε την Μαρία Μαρκοπούλου, κόρη
επιφανούς οικογενείας του Αγρινίου, η οποία όμως απεβίωσε σε σύντομο χρονικό
διάστημα.
Το 1901 χειροτονήθηκε Διάκονος, από τον Μητροπολίτη Παρθένιο. Ενώ το 1903,
ως ιερεύς, τοποθετήθηκε εφημέριος του παλαιού Αγίου Χριστόφορου, που από το
1866 ήταν ενοριακός Ναός και πολιούχος της πόλεως. Το 1908 έγινε προϊστάμενος
του Ναού και αφιερώθηκε στο θρησκευτικό και κοινωνικό του έργο. Από το 1915
έως το 1932 με την συνεργασία της νεολαίας, κατάφερε να δεντροφυτεύσει τους
γύρω λόφους του παλαιού Αγίου Χριστόφορου και να δημιουργηθεί το σημερινό
μας δάσος.
Από το 1920 ταυτόχρονα με τη δεντροφύτευση ανάλωσε τις δυνάμεις του για την
ανέγερση του νέου Ναού του Αγίου Χριστόφορου, που αποπερατώθηκε το 1937.
Τα εγκαίνια του ναού ετέλεσε ο Μητροπολίτης Ιερόθεος την ημέρα της εορτής του
Αγίου, που είχε αφομοιωθεί ως Κυριακή αργία από την 6η Ιουλίου του 1931 με απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών. Νωρίτερα όμως, το 1924 ο Μητροπολίτης Κωνσταντίνος εκτιμώντας και επιβραβεύοντας την κοινωνική του δράση και το αξιόλογο έργο του, τον προήγαγε στη θέση του Αρχιερατικού επιτρόπου και του απένειμε τον τίτλο του Αρχιμανδρίτου.
Κατά την περίοδο της κατοχής με την επιβλητική του παρουσία, το σθένος και την διπλωματία του συντέλεσε στην απελευθέρωση πολλών κρατουμένων. Την 14η Σεπτεμβρίου 1944, επικεφαλής επιτροπής συνέτεινε στην αποφυγή αλληλοσπαραγμού και αιματοχυσίας, συμφιλιώνοντας τις αντίπαλες παρατάξεις. Το 1956 επί Ηλία Σαγιώργη, ο Δήμος Αγρινίου εκτιμώντας την προσφορά του, ανακήρυξε τον πανοσιολογιώτατον Απόστολο Φαφούτην, άξιον θεράποντα της εκκλησίας και άξιον τέκνο του Αγρινίου και ενέκρινε παμψηφεί ονομασία οδού σε Αρχιμανδρίτη Απόστολου Φαφούτη.
Παρομοίως, και η Ακαδημία Αθηνών τον βράβευσε για την πρωτοπορία του, την δεντροφύτευση και την εν γένει δράση του. Στην εφημερίδα «ΦΩΣ» Αγρινίου (7-1-1934) δημοσιεύτηκε: «Η υπό της Ακαδημίας Βράβευσις της αναδασωτικής εργασίας παρά τον Άγιο Χριστόφορο Αγρινίου τιμά ιδιαιτέρως τον πρωτεργάτην ταύτης και φανατικόν φίλον του πρασίνου αιδεσιμώτατον Απόστολον Φαφούτη και την μετ' αυτού συνεργαζόμενην υπηρεσίαν του Δασαρχείου Τριχωνίδος». Τη 13η Αυγούστου 1960 απεβίωσε και η πόλη του Αγρινίου τον επένθησε. Επικήδειους λόγους εκφώνησαν ο Μητροπολίτης Αιτωλοακαρνανίας Ιερόθεος, ο Δήμαρχος Αγρινίου Γεώργιος Παπαϊωάννου, ο Ιωάννης Κατσίμπας εκ μέρους του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και όλοι ανεξαιρέτως οι εκπρόσωποι των φορέων. Η νεκρώσιμος ακολουθία και οι επικήδειοι μαγνητοφωνήθηκαν και διασώθηκαν από τον Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο.
Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, εξέδωσε ψήφισμα και ανακήρυξε τον Αρχιμανδρίτη Απόστολο Φαφούτη κτήτορα και μεγάλο ευεργέτη του ναού. Ο τοπικός τύπος αφιέρωσε πρωτοσέλιδα άρθρα για την μορφή, τη ζωή και δράση του Παπαποστόλη. Στο 40ήμερο μνημόσυνο μίλησε για το έργο και την προσωπικότητα του Παπαποστόλη, ο πατήρ Βενέδικτος Πετράκης.
Στις 26 Μαρτίου 1961 ο Δήμαρχος Αγρινίου Γ. Παπαϊωάννου αποκάλυψε την προτομή του, ως εκδήλωση τιμής και σεβασμού για την προσφορά του στην πόλη. Και είπε τότε μεταξύ των άλλων: «ό,τι σε εδικαίωνε σεβάσμιε γέροντα δεν ήταν ο Λόγος, ήταν η Πράξη. Ότι εξ έργων δικαιούται άνθρωπος και ουκ εκ πίστεως μόνον. Ώσπερ γαρ το σώμα χωρίς πνεύματος νεκρόν εστίν, ούτω και η πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστί».
Τα δημοσιεύματα του τοπικού τύπου, οι ομιλίες, οι απόψεις επιφανών συμπολιτών και η θαυμάσια ομιλία του Δημήτρη Γιάκου κατά τα αποκαλυπτήρια της προτομής του, παρα-τίθενται στο βιβλίο του Ανδρέα Κωστακιώτη «Ο ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΗΣ». Έκδοση της Χριστιανικής Στέγης Αγρινίου το 1965.
Επίσης μαρτυρίες για τον βίο και το έργο του Παπαποστόλη, καταχωρούνται στο ειδικό αφιέρωμα του περιοδικού «Κοσμάς ο Αιτωλός» (τεύχος 51) που εξέδωσε η Ιερά Μητρόπολη Αιτωλοακαρνανίας το 1970, δέκα χρόνια μετά το θάνατο του. Αξίζει επίσης, χάριν της ιστορίας, να γίνει μνεία και των έξοχων άρθρων του διακεκριμένου δικηγόρου Αγρινίου Λάμπρου Παπαβασιλείου (Η ζωή εν τάφω, 28-8-1960) και του λεπταίσθητου ποιητή Ματθαίου Μουντέ (2-9-1961) τα οποία δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Δυτική Στερεά», της οποία δυστυχώς καταστράφηκε το αρχείο.
Το κοινωνικό έργο του Παπαποστόλη είχε αναγνωρισθεί από πολύ νωρίς και είχε καταξιωθεί το πρόσωπο του στη λαϊκή συνείδηση, ώστε οι ενέργειες για την ανακήρυξη του ως «Αγίου» να αρχίσουν από τότε που ήταν ακόμη εν ζωή. Απόδειξη δε αυτού, αποτελείτο έγγραφο του Μητροπολίτη Ναυπακτίας ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ (Αλεξανδρόπουλου) σε απάντηση της από 4-11-1956 επιστολής
του Γυμνασιάρχη Γεωργίου Πάστρα:
Κατόπιν αυτού ο Γυμνασιάρχης Γεώργιος Πάστρας την 8η Οκτωβρίου του 1956 έστειλε επιστολή προς την Εκκλησία της Ελλάδος και την Ακαδημία και ζητούσε: «την ευρύτερη έξαρση του μέγιστου και πολυσχιδούς έργου του Παπαποστόλη του οποίου η αθόρυβος δράσις έστεκεν εν παντί άνευ προηγουμένου και τόμος ολόκληρος θα απαιτείτο ίνα καταγραφεί λεπτομερώς».
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ο Παπαποστόλης, κατά γενική ομολογία, υπήρξε μια εξέχουσα και αξιοθαύμαστη προσωπικότητα, η οποία δέσποζε στην πόλη του Αγρινίου πάνω από μισόν αιώνα. Βρισκόταν διαρκώς επί ποδός, στην πρώτη γραμμή, ως ακούραστος Απόστολος της αγάπης. Έλεγε λίγα και έπραττε πολλά. Υπήρχε μόνο για τους άλλους και δεν αντίκριζε εχθρούς ή φίλους, παρά μόνο ανθρώπους.
Η αγάπη του προς τον πλησίον τον ενέπνεε να εφευρίσκει τρόπους ώστε να σαγηνεύει, να στηρίζει, να σκουπίζει το δάκρυ, να συγκινεί τον πλούσιο και αυτό τον ανέβαζε και τον έκανε να ξεχωρίζει. Να υψώνεται στα μάτια του κόσμου και η μορφή του να απεικονίζεται, στις καρδιές, με ανεξίτηλα χρώματα ευγνωμοσύνης. Δεν αναπαύονταν ποτέ και όλο έτρεχε, όπου τον καλούσε το καθήκον, ώστε να είναι πανταχού παρών. Δεν ήταν σοφός για να αναπτύξει θεωρίες και να κηρύξει με ρητορεία. Δεν ήταν δυναμικός για να επιβάλλει το πρέπον με την ράβδο του. Πάντα γαλήνιος και πράος κατέφθανε στον ανήμπορο και πάσχοντα ως αύρα ανακούφισης. Χτυπούσε κατάκοπος την πόρτα του πλουσίου και ο ιδρώτας της αγωνίας του για τον έχοντα ανάγκη συγκινούσε και την πλέον άκαμπτη καρδιά. Αντίκριζε πρόσωπα της εξουσίας με χαμόγελο και με ένα αντίδωρο ως "φίλεμα" κατόρθωνε να επιτύχει εκείνο που έπρεπε να γίνει. Με την εμφάνιση του και μόνο αφόπλιζε τις αντιμαχόμενες δυνάμεις και καταλάγιαζε τα πάθη. Έμπαινε μπροστά, χωρίς να λογαριάζει την τύχη του σαρκίου του, άλλοτε ως διεγέρτης και άλλοτε ως ειρηνοποιός και με την αγνή αγάπη του για όλους ο ταπεινός παπάς αναδεικνύονταν σε επιβλητική Μορφή με ψυχικό μεγαλείο. Ο Παπαποστόλης, ο παπάς της απέραντης αγάπης, ο αγνός και ταπεινόφρων δεν ήταν ερημίτης, αλλά γύριζε μέσα στον κόσμο, όπου έβλεπε τα όμορφα και τα άσχημα της κοινωνίας.
Υπεράσπιζε τον αδύνατο, αγωνιούσε για τον ασθενή, μεριμνούσε για το ορφανό, ενδιαφέρονταν για το πράσινο της πόλης, πονούσε για το δυστυχούντα, παρηγορούσε τον απελπισμένο, θεωρούσε δικά του τα προβλήματα του καθενός, συνέπασχε και συνέχαιρε και γι' αυτό αγαπήθηκε από όλους ανεξαιρέτως και μνημονεύεται το όνομα του ακόμη, 45 χρόνια μετά την εκδημία του.
Η έκδοση του παρόντος βιβλίου εκπήγασε από εσωτερική ανάγκη και για τούτο θα
πρέπει να θεωρηθεί ως ένα οφειλόμενο κεράκι στη μνήμη του.
Όταν ο Παπαποστόλης έπεσε ασθενής στο κρεβάτι του, σταμάτησα να τον βλέπω.
Στα τελευταία του τον συνόδευα κάθε βράδυ μέχρι την πόρτα του σπιτιού του.
Έσερνε αργά τα κουρασμένα του πόδια και υπήρχε κίνδυνος κάπου να σκοντάψει
και να πέσει. Παρόλο το γήρας του δεν το έβαζε κάτω και ήθελε να περιφέρεται
στην πόλη για να βλέπει τα αγαπημένα του πρόσωπα. Δεν τον επισκέφθηκα, επειδή
ήθελα να τον έχω στη μνήμη μου όρθιο.
Την Παρασκευή, την παραμονή της εκδημίας του έστειλε μια κυρία να με φωνάξει.
Επιθυμούσε να με δει και να με ευλογήσει. Όσο και αν προσπάθησε η μάνα μου να
με πείσει δεν το κατάφερε, γιατί με είχε πιάσει τότε ένα παιδικό "μουλάρωμα". Δεν ήθελα να δω τον Παπούλη ετοιμοθάνατο. Θα με έβλεπε να κλαίω και θα με μάλωνε με το χαμόγελο του.
"Σε ζητάει ο Παπαποστόλης. Κάτι θέλει να σου πει", μου είπε η κυρία και με παρακαλούσε να πάω. Εκείνος και την τελευταία του στιγμή αναζητούσε ένα-ένα τα αγαπημένα του πρόσωπα για να τα αποχαιρετήσει.
Το Σάββατο 13 Αυγούστου 1960 ανοίγοντας την πόρτα μου να βγω έξω, είδα να κουβαλούν ένα φέρετρο, κατά τις 6 το απόγευμα. Κατάλαβα για που το πήγαιναν και έμεινα άναυδος. Σε λίγο είδα να ανηφορίζει ο μακαρίτης Γρηγόρης Σταυρόπουλος με δάκρυα στα μάτια. Όταν έφτασε εκεί που στεκόμουν σαν στήλη άλατος, οδύρονταν, "πέθανε ο Παπαποστόλης" μου έλεγε και προσπαθούσε να με πιάσει από το χέρι να τον ακολουθήσω. Του ξέφυγα και τρέχοντας πήρα το δρόμο προς τα κάτω. Συνάντησα και τα άλλα παιδιά κι όλα μαζί, την ώρα που χτυπούσαν πένθιμες καμπάνες, ανεβήκαμε στον παλιό Άγιο Χριστόφορο ακολουθώντας τον Επίτροπο Γιάννη Κατσίμπα για να δούμε που θα έδειχνε να σκάψουν, γιατί από καιρό μας είχε πει: "εδώ είναι καλά, πίσω από το ιερό".
Για χρόνια το έφερα βαρέως που αρνήθηκα να ανταποκριθώ στο κάλεσμα του και πάντοτε συμπέρανα ότι του χρωστάω κάτι. Έτσι το 1990, πάνω στα 30 χρόνια από το θάνατο του, όταν παρουσίαζα στο ραδιόφωνο "Μορφές του τόπου μας" έκανα ένα 3ωρο αφιέρωμα στον Παπαποστόλη με ηχητικά στοιχεία από το υλικό των ηχογραφήσεων του Θεόδωρου Θεοδωρόπουλου. Θεώρησα τότε πως έκανα το χρέος μου και τελείωσα. Όμως αυτή η εκπομπή δημιούργησε μια έξαρση αναμνήσεων και συγκινήσεων. Αποδείχθηκε περίτρανα πως η μορφή του δεν είχε ξεχαστεί ούτε και μετά από τόσο χρόνο. Έτσι από κει και πέρα άρχισαν να εμφανίζονται δημοσιεύματα και φωτογραφίες του Παπαποστόλη σε διάφορα περιοδικά και τον τοπικό τύπο. Παλιοί Αγρινιώτες με παρακινούσαν να τυπώσω βιβλίο για να μη χαθεί το υλικό που είχα και άρχισαν να με τροφοδοτούν με στοιχεία που διέθεταν. Ταυτοχρόνως όμως άρχισαν να ασχολούνται με την μορφή του Παπαποστόλη, και νέοι που δεν τον έζησαν, ποιητές, καλλιτέχνες και υμνωδοί. Επιχείρησα σε αυτό το βιβλίο να συγκεντρώσω ομιλίες, άρθρα, μαρτυρίες, σχέδια καλλιτεχνών και παλιές φωτογραφίες, ώστε αυτό να αποτελέσει συμπλήρωμα εκείνου του κ. Ανδρέα Κωστακιώτη, που αναφέρεται στο μέγιστο και πολυσχεδές έργο του Παπαποστόλη. Είμαι βέβαιος δε, πως αυτά τα δυο βιβλία θα αποτελέσουν το ερέθισμα και την βάση για την συγγραφή στο μέλλον ενός τρίτου από ειδικό ο οποίος θα πικεντρώσει το επιστημονικό του ενδιαφέρον στο φαινόμενο αυτής της Φυσιογνωμίας που σαγήνευε και αντλούσε δύναμη από τον Άγιο Χριστόφορο τον οποίο αποκαλούσε, ανάλογα με την περίπτωση, πότε "παιδί μου" και πότε "Αφέντη". Το προαισθάνομαι δε ότι με τον καιρό θα δουν το φως της δημοσιότητας εργασίες επιστημόνων, όπου θα διερευνάται το έργο του και θα αξιολογείται το πως ο "μηδέν έχων" ήταν "τοις πάσι τα πάντα".
Ο Παπαποστόλης ήταν κάτι το σπάνιο και εξαίρετο. Δεν ξεχώριζε έντιμο ή άτιμο και ενδιαφέρονταν μόνο για εκείνον που ήταν σε δύσκολη θέση. Γι' αυτόν υπήρχε και γι' αυτόν αγωνίζονταν. Όταν μάλωναν δύο γείτονες κατέφθανε, έμπαινε στη μέση, τους αγκάλιαζε και τους δύο με την ίδια στοργή και τελείωνε εκεί το συμβάν. Την επόμενη περνούσε από εκείνα διαπιστώσει αν είπαν μεταξύ τους καλημέρα. Δεν μάλωνε ποτέ κανέναν, ότι και να έκανε. Μόνο του έπιανε το χέρι και του έλεγε: "γιατί;" κι αυτό αρκούσε.
Μια φορά οι επίτροποι τον πίεζαν να υποβάλλει μήνυση σε κάποιον που έκλεψε τον Άγιο. Εκείνος αρνιόταν πεισματικά και σε μια στιγμή για να απαλλαγεί από αυτό το βάρος τους είπε: "Μα γιατί να τον μηνύσω; Εμένα δεν μου πήρε τίποτα. Του Αγίου λείπουν. Αν τα είχε μεγάλη ανάγκη ας τα πρόσεχε. Εδώ ήταν. Είδε την πράξη κι αν ήθελε να τον σταματήσει ας το έκανε". Πότε χρησιμοποιούσε τον Άγιο για άλλοθι και πότε τον επικαλούνταν για βοήθεια.
Όταν γεννούσε καμιά πλούσια γυναίκα προσέτρεχε και έλεγε: "Έβαλε ο Άγιος το
χέρι του και πήγαν όλα μια χαρά. Να σας ζήσει. Να το χαίρεστε. Αλλά θέλει κι
Αυτός το φίλεμά του για να ταΐσει κάποιο ορφανό που δεν έχει μια στάλα γάλα".
Κι όταν έβαζε στο χέρι το πλουσιοπάροχο φιλοδώρημα έλεγε: "Αι μπράβο. Έτσι
δεν αφήνει, ο Άγιος, κανένα ορφανό να γίνει άμοιρο".
Κάπως έτσι τα κατάφερνε να κινείται μεταξύ χαράς και λύπης. Δεν έλεγε πολλά,
αλλά εκείνα τα απλά του λόγια συγκινούσαν γιατί έβγαιναν από την καρδιά του με
αγάπη και στοργή.
Κι έτσι θα κλείσει αυτό, το ταπεινό σαν την ζωή του, αφιέρωμα στη μνήμη του. Με
εκείνα που έλεγε, τα Χριστούγεννα μετά τη Θεία Λειτουργία. "Αγαπητοί μου αδελφοί, σας ευχαριστώ που γεμίσατε και φέτος την Εκκλησία και
κάνατε τον Άγιο να χαρεί.
Εγώ σας εύχομαι υγεία και καλή όρεξη. Όμως, πριν καθίσει ο καθένας μας στο
γιορτινό του τραπέζι, ας σκεφθεί μην ξέχασε ο Άγιος να στείλει την συνδρομή σας
σε κάποιον φτωχό και άρρωστο και μείνει σήμερα, αυτή την Άγια κι Ευλογημένη
Μέρα, παραπονεμένος.
Το "Θείο Βρέφος" δεν μας ζητάει να πάμε πολύ μακριά, όπως έκαναν οι Μάγοι. Η
φάτνη μπορεί να είναι δίπλα μας ακριβώς ή απέναντι μας. Δυο βήματα θα κάνουμε
να πάμε χωρίς να κουραστούμε, κι ούτε χρυσό, κι ούτε σμύρνα θα προσφέρουμε,
παρά μόνο την αγάπη μας και κάτι τυλιγμένο σε μια πετσέτα.
Αϊ χρόνια σας πολλά με υγεία και χαρά και είμαι σίγουρος πως σας έχει φωτίσει το
Άστρο σε πια φάτνη της γειτονιάς σας πρέπει να πάτε τα δώρα της καρδιά σας".
Τα παραπάνω κείμενα προέρχονται από το βιβλίο «ΜΝΗΜΗ ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΗ»
(Εκδόσεις «Ίβυκος» 2005) του Κώστα Κακαβιά. Ευχαριστούμε θερμά τόσο τον
αγαπητό φίλο συγγραφέα Κώστα Κακαβιά όσο και τον φίλτατο εκδότη Γιάννη
Καραμητσόπουλο που επιμελήθηκε το εν λόγω βιβλίο και μας παραχώρησε τα
δικαιώματα της παρουσίασης αυτής. |